When the truth is finished with you

21 Φεβρουαρίου 1962. Γεννιέται ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. | 6 Ιανουαρίου 1987. Εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, The Broom of the System. | 1 Φεβρουαρίου 1996. Εκδίδεται το διασημότερο έργο του, το τερατώδες Infinite Jest. Χίλιες και βάλε σελίδες, εκ των οποίων μερικές εκατοντάδες δεν είναι παρά υποσημειώσεις. To βιβλίο θα αριθμούσε πολύ περισσότερες, αν ο επιμελητής δεν επέμενε να γίνουν γενναίες περικοπές ώστε, τελικά, να βρεθούν αναγνώστες που θα καταφέρουν να το διαβάσουν ολόκληρο. | 12 Σεπτεμβρίου 2008. Η μέρα που αυτοκτόνησε ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, μετά από πολύχρονη μάχη με την κατάθλιψη και με το μυθιστόρημα που προοριζόταν όχι απλώς να διαδεχθεί, αλλά να ξεπεράσει το Infinite Jest. | Στο γραφείο του, διακόσιες σελίδες, όσες από τις χιλιάδες που είχε γράψει θεωρούσε ολοκληρωμένες. Ήταν προορισμένες να επιζήσουν του δημιουργού τους. | 15 Απριλίου 2011. Εκδίδεται το τελευταίο, ημιτελές μυθιστόρημα. Ο τίτλος αυτού The Pale King. Η έκδοση περιλαμβάνει τις κατά Γουάλας ολοκληρωμένες σελίδες και αποσπάσματα από τα υπόλοιπα χαρτιά του συγγραφέα για το βιβλίο σε μοντάζ του επιμελητή. | Όσες σελίδες κι αν γράψει ένας άνθρωπος, το μυθιστόρημα της ζωής του, αν αντιμετωπίσουμε τη ζωή ως αφήγηση, ποτέ δεν γίνεται να ολοκληρωθεί. Ο θάνατος θα πέσει πάνω του σαν τσεκούρι και θα ορίσει ένα τέλος που δεν είναι τέλος, τουλάχιστον όχι με λογοτεχνικούς όρους. | Η ζωή ως διάσωση του ελάχιστου.

[προηγούμενη λεπτομέρεια για το τέλος του κόσμου]

Η ζωή ως διάσωση του ελάχιστου

[Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι κριτική του The Pale King, ούτε διεκδικεί δάφνες πληρότητας κι αντικειμενικότητας· ένα εξαιρετικά παθιασμένο, καλογραμμένο και πλήρες δοκίμιο για το Pale King μπορείτε να διαβάσετε εδώ.]

§1

Η γυναίκα γυρνάει σπίτι και βρίσκει τον άντρα της νεκρό. Κρεμασμένο με τα χέρια δεμένα με μονωτική ταινία, σε μια τελευταία προσπάθεια να τα εμποδίσει να υπονομεύσουν την πράξη του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που προσπαθούσε να φύγει. Ήθελε, όμως, να είναι η τελευταία.

Στο γραφείο του, σελίδες στοιβαγμένες τακτικά, φωτισμένες, της αποκαλύπτουν μια δύσκολη αλήθεια: ο άντρας της μπορεί να πέθανε, αλλά ο συγγραφέας θέλει να ζήσει κι άλλο.

§2

Για εκείνη ήταν μια πληγή. Για τους άλλους, μυθολογία. Η σκηνή να παίζει ξανά και ξανά κατά την αναμονή για το τελευταίο, ημιτελές έργο του πρόωρα χαμένου ιδιοφυούς συγγραφέα, το έργο που είχε τη δύσκολη αποστολή να σταθεί αντάξιο, αν όχι να ξεπεράσει, το προηγούμενο αριστούργημα, το Infinite Jest.  Δεν είχαμε απλώς να κάνουμε με τον εξαιρετικά πρόωρο θάνατο ενός από τους κατά γενική ομολογία σπουδαιότερους νέους Βορειοαμερικάνους συγγραφείς· το ηθελημένο του θανάτου, η αποκάλυψη της κατάθλιψης με την οποία πάλευε ο Γουάλας –με την αυτοκτονία να ερμηνεύεται λογικά ως έκβαση αυτής της πάλης, παραδοχή της ήττας του– ήταν που πολλαπλασίασαν τον αντίκτυπο του θανάτου και αναδρομικά φωτίζουν το έργο του υπό ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα, διαμορφώνοντας, παράλληλα, ένα συγκεκριμένο έδαφος συζήτησης αυτού του τελικού έργου.

Το κείμενο μοιάζει σχεδόν αδύνατο να διαβαστεί και να συζητηθεί ως κείμενο αυτό καθαυτό, έξω από αυτό το διαμορφωμένο ήδη πριν από την έκδοση περιβάλλον προσδοκιών, αντιλήψεων, υποθέσεων, έξω από τη βαριά σκιά μιας διάγνωσης που μαθεύτηκε εκ των υστέρων.

Σε αυτό προστίθεται ένα πρόβλημα εγγενές των μετά θάνατον εκδόσεων, που αφορά τη νομιμοποίησή τους: στην προκειμένη περίπτωση, παραδόξως, δεν είναι ότι η έκδοση αντιτίθεται στις επιθυμίες του ίδιου του Γουάλας, αλλά ότι δεν είμαστε βέβαιοι για το ποιες ήταν οι επιθυμίες του. Θα περίμενε κανείς ότι, πριν δώσει τέλος στη ζωή του, θα είχε φροντίσει να ορίσει την τύχη του ανέκδοτου υλικού του, όμως η ίδια η Κάρεν Γκριν στηρίζει την έκδοση σε μια υπόθεση: αφού τα ολοκληρωμένα δακτυλόγραφα του βιβλίου βρέθηκαν τακτοποιημένα στο γραφείο του, ο Γουάλας ήθελε να εκδοθούν.

§3

Ο Γουάλας έχει γράψει σελίδες επί σελίδων για την κατάθλιψη και τον ψυχικό πόνο, χωρίς, όσο ζούσε, να δημοσιοποιήσει πόσο προσωπικά τον αφορούσαν οι σελίδες αυτές. Κάποτε η Γκριν, στο πλαίσιο ενός από τα εικαστικά πρότζεκτ της, προσπάθησε να αναμετρηθεί με μερικές από τις πιο αμείλικτες εξ αυτών – συγκεκριμένα, με το διήγημα The Depressed Person [1], το οποίο επιχείρησε να αναδιατάξει με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανατρέψει τη βαθιά του θλίψη και να το μεταπλάσει σε κάτι φωτεινότερο. Έστειλε στον Γουάλας ένα φαξ για να του ζητήσει την άδεια να επέμβει στο διήγημα· εκείνος της απάντησε με ένα σημείωμα που της έδινε την έγκριση, αλλά διόρθωνε και τα λάθη της αίτησής της.

Η Γκριν προσπάθησε πολύ να σπάσει τη μαυρίλα του διηγήματος· δεν τα κατάφερε. Όπως και να έχει, αυτή ήταν η αρχή της γνωριμίας της με τον άνθρωπο που αργότερα θα γινόταν ο σύζυγός της· με τον άνθρωπο του οποίου θα γινόταν η χήρα.

Μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει την έκδοση του Pale King σαν μια προσπάθεια να απελευθερωθεί η Γκριν από τον συγγραφέα Γουάλας. Εκείνη δεν ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα, αλλά με τον άνθρωπο – κι όμως, έπρεπε να αναμετρηθεί με το πλήθος των σελίδων του τελευταίου έργου του, έργο το οποίο ο έξω κόσμος, ο κόσμος που ήξερε τον συγγραφέα, απαιτούσε από τη χήρα του. Έδωσε το σύνολο των χειρογράφων, των ηλεκτρονικών αρχείων και των σημειώσεων στον επιμελητή.

Φαντάζομαι το άγραφο αίτημα αυτής της χειρονομίας: Ξεχάστε ότι είμαι η χήρα του συγγραφέα. Ορίστε, σας έδωσα τα απομεινάρια του. Αφήστε με απλώς να είμαι η χήρα του ανθρώπου.

§4

Στην περίπτωση του Κάφκα, η παράβαση των επιθυμιών του συγγραφέα διέσωσε το σύνολο σχεδόν του έργου του· αν ο Μαξ Μπροντ δεν είχε παραβεί τις καφκικές επιθυμίες, πολύ απλά ο Κάφκα (ο συγγραφέας Κάφκα· ο άνθρωπος σε κάθε περίπτωση θα είχε χαθεί) δεν θα υπήρχε, και αρκετά από τα βιβλία των επιγόνων του θα ήταν πολύ διαφορετικά, εφόσον δεν θα ήταν βιβλία επιγόνων. Στην περίπτωση του Ναμπόκοφ, η παράβαση των επιθυμιών του ως προς το The Original of Laura δεν άλλαξε καθόλου τη θέση του στη λογοτεχνία· από την όλη υπόθεση κερδίσαμε μία πολύχρονη έντονη συζήτηση για το σκόπιμο ή όχι της έκδοσης και, τελικά, μία έκδοση που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ένας αδρομερής σκελετός μυθιστορήματος, ενδιαφέρων μονάχα για τους μελετητές, άντε και τους φανατικούς αναγνώστες.

§5

Κι έπειτα έχουμε έναν Ρομπέρτο Μπολάνιο, να δίνει μάχη με το χρόνο για να ολοκληρώσει το 2666 που έπρεπε οπωσδήποτε να εκδοθεί (αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, τότε για να εισπράττει η οικογένειά του τα δικαιώματα·  αλλά πάλι όχι – άλλος είναι ο βασικός λόγος, αμείλικτος: ο συγγραφέας πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να επιζήσει του ανθρώπου).

§6

Το Pale King ούτε αντίστοιχο των έργων που κρατούσε στο συρτάρι του ο Κάφκα είναι –παρόλο που και στην περίπτωση του Κάφκα, τα βιβλία εκδόθηκαν σε μια μορφή η οποία ως ένα βαθμό ήταν υπόθεση του Μπροντ–, ούτε Original of Laura, ούτε 2666 [2]. Και, αν και ο εκδότης το χαρακτηρίζει ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα, ίσως να μην είναι καν αυτό. Θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει την περιγραφή δοκιμές για ένα μυθιστόρημα· εάν όντως το βιβλίο είναι κάτι τέτοιο, φαίνεται μάλλον δύσκολο να μπορέσει κανείς να ξεφύγει από το προβληματικό πλαίσιο της ανάγνωσης και να το δει καθαρά σαν κείμενο, και όχι σαν δυνητικό κείμενο. Άρα: ένα δυνητικό μυθιστόρημα.

§7

Το τι ήθελε ο Γουάλας να είναι το Pale King ο αναγνώστης το συμπεραίνει όχι μόνο από το κείμενο το ίδιο, αλλά και από ορισμένες σημειώσεις του συγγραφέα που συμπεριλαμβάνονται στο τέλος του βιβλίου – σημειώσεις που αφορούν τόσο τα ήδη γραμμένα μέρη, όσο κι αυτά που δεν είχαν ακόμα γραφτεί ή τέλος πάντων δεν ήταν ακόμα σε τέτοια μορφή ώστε να μπορούν να συμπεριληφθούν στην έκδοση. Αυτές οι σημειώσεις ως ένα βαθμό βοηθούν τον αναγνώστη να αντιληφθεί την κατεύθυνση που θα είχε η συνέχεια, την ίδια στιγμή που είναι περισσότερο μια δήλωση προθέσεων και ως τέτοια, λίγη αξία έχουν, εφόσον στη λογοτεχνία δεν μετρούν οι προθέσεις, αλλά το αποτέλεσμα, το οποίο δεν βρίσκεται πάντα σε αρμονία μαζί τους. (Υποψιάζομαι ότι πολλοί γραφιάδες θάβονται κάτω από σημειώσεις επί σημειώσεων δουλεύοντας τα έργα τους, ακόμα όμως κι όλες αυτές οι σημειώσεις ποτέ δεν καταγράφουν το συνολικό έργο όπως το έχουν στο μυαλό τους· αρκετές από αυτές δεν τηρούνται καν, είτε επειδή οι συγγραφείς αλλάζουν γνώμη είτε επειδή, παρά τις προθέσεις, το ίδιο το κείμενο τις αφήνει εκτός.)

§8

Οι σημειώσεις αυτές είναι, επίσης, τα τεκμήρια μιας ανελέητης μάχης. Μιας ανάμεσα σε πολλές. Τη βαναυσότητα αυτών των μαχών, το αίμα, τα περιττώματα, τα κολοβώματα που αφήνουν πίσω τους οι λέξεις μέχρι να μπουν στη σειρά – όλα αυτά οι συγγραφείς συνήθως πασχίζουν να τα κρύψουν. Δεν αφορούν τους αναγνώστες. Οι αναγνώστες δεν θέλουν τη μάχη. Δεν τους ενδιαφέρει το μικρό ή μεγάλο συγγραφικό δράμα. Θέλουν το βιβλίο.

(Όσο για τον συγγραφέα, τον θέλουν όπως τον πλάθουν στη φαντασία τους. Ο άνθρωπος πίσω από το βιβλίο, αυτός που πολλοί αναγνώστες προσπαθούμε να τσακώσουμε καθώς πάει να κρυφτεί –ή αυτό, τέλος πάντων, νομίζουμε ότι πάει να κάνει– πίσω από τις αράδες του βιβλίου, πιστεύουμε ακράδαντα πως είναι αυτός ακριβώς που φανταστήκαμε. Παρόλο που αυτό το πλάσμα είναι ήρωας σε ένα δικό μας βιβλίο, ούτε συγγραφέας, ούτε άνθρωπος.

Κι εγώ για ένα τέτοιο πλάσμα γράφω, όχι για τον Γουάλας.)

§9

Το μυθιστόρημα, σημείωνε ο Γουάλας, θα δημιουργούσε διαρκώς την προσδοκία ότι κάτι επίκειται, κάτι θα συμβεί, δίχως όμως να συμβαίνει ποτέ τίποτα, πράγμα που υπηρετείται στο βιβλίο (αλλά χωρίς τη σημείωση του συγγραφέα ο αναγνώστης ενδεχομένως θα νόμιζε απλώς ότι ο Γουάλας δεν πρόλαβε να γράψει τι, τελικά, συμβαίνει)· η βασική σύγκρουση έχει να κάνει με τη μετάβαση της IRS, της Εφορίας των ΗΠΑ, από μια υπηρεσία με μέλημα το δημόσιο συμφέρον σε μια εταιρεία με μέλημα το κέρδος. Κι αν, ειδικά μετά την τόσο ξεκάθαρη δήλωση των προθέσεων του συγγραφέα στις σημειώσεις, αυτά τα δύο στοιχεία γίνονται κατανοητά, γίνεται επίσης κατανοητό στον αναγνώστη ότι ο Γουάλας σε αυτές τις σελίδες που τελικά εκδόθηκαν ίσα που είχε αρχίσει να τα αναπτύσσει.

Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο του Pale King, περνάει από μπροστά μας ένα τυπικά γουαλασικό καρναβάλι χαρακτήρων με ιστορίες που ακροβατούν μεταξύ τραγικού και κωμικού· τους βλέπουμε όλους να συγκεντρώνονται, σιγά σιγά, στο ίδιο παρακλάδι της IRS, αλλά ο λόγος που συμβαίνει αυτό και πάλι δεν είναι ξεκάθαρος από το ίδιο το κείμενο μονάχα – πολύ φοβάμαι ότι χωρίς αυτές τις λιγοστές σημειώσεις του Γουάλας για την κατεύθυνση του μυθιστορήματος ο αναγνώστης θα έχανε κι αυτόν τον λίγο προσανατολισμό που του προσφέρει, τελικά, το Pale King. Αυτό που είναι ξεκάθαρο –αλλά και πάλι, βοηθά εδώ η προηγούμενη εμπειρία του αναγνώστη με το γουαλασικό σύμπαν, ειδικά όπως αυτό αποτυπώθηκε στο Infinite Jest, μια και τα διηγήματα είναι εντελώς άλλη ιστορία– είναι ότι ακόμα κι αν είχε ολοκληρωθεί, το Pale King πολύ δύσκολα θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μερικές γραμμές· ακόμα και μετά από δεύτερη ή τρίτη ανάγνωση, δύσκολα ο αναγνώστης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει πλήρη εποπτεία του κόσμου τού μυθιστορήματος, ο οποίος κατά τα φαινόμενα προοριζόταν να γίνει ακόμα πιο αχανής από τον κόσμο του Infinite Jest. Αλλά αυτή είναι μια συζήτηση που πιθανότατα δεν έχει νόημα: ακόμα κι αν όντως υπάρξουν οι μελετητές που θα σκύψουν πάνω από το σύνολο των χειρογράφων που χρησιμοποίησε ο επιμελητής για το κολάζ του Pale King, για να προσφέρουν τη δική τους εκδοχή του βιβλίου, πάλι θα μιλάμε για το Pale King ως υπόθεση, όχι ως τετελεσμένο· το υπαρκτό Pale King είναι, κατά τη γνώμη μου, μια ιδιόμορφη συλλογή διηγημάτων με την IRS να λειτουργεί σαν συνδετικό νήμα (που ωστόσο μερικές φορές εξαφανίζεται)· ένα παζλ του οποίου δεν έχουμε όλα τα κομμάτια· ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί στα μέρη του, και όχι ως σύνολο: το σύνολο σε αυτή την περίπτωση είναι απλώς μια φαντασίωση, εφόσον διαθέτουμε μόνο ένα περίγραμμά του, ούτε καν ολοκληρωμένο. (Κι αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει κάποιος συγγραφέας που θα προσπαθήσει να ολοκληρώσει το Pale King όχι με βάση τα χειρόγραφα του Γουάλας, αλλά γράφοντας ο ίδιος τη συνέχεια.)

Κάποια κεφάλαια λειτουργούν σαν εξαιρετικές μελέτες στον διάλογο και στους χαρακτήρες· ο Γουάλας φαίνεται ότι συλλέγει γουίρντο (επειδή για κάποιο λόγο η IRS θέλει να συγκεντρώσει ανθρώπους με εξαιρετικές ικανότητες): ένα παιδί που βάζει στόχο να ακουμπήσει με τα χείλη του κάθε σπιθαμή του σώματός του· ένας άνθρωπος που, όταν είναι πολύ συγκεντρωμένος, αιωρείται· ένας άλλος που ανακαλύπτει από πολύ νωρίς ότι ιδρώνει υπερβολικά, και αναπτύσσει πολύπλοκες στρατηγικές για να αποφύγει τον δημόσιο εξευτελισμό της υπερβολικής εφίδρωσης –ο Γουάλας ίδρωνε κι αυτός υπερβολικά, γι’ αυτό και φορούσε τις χαρακτηριστικές του μπαντάνες– και πάει λέγοντας. Η επιφοίτηση ενός από τους χαρακτήρες, που αλλάζει τη ζωή του και τον οδηγεί από το χάος στην επιδίωξη μιας καριέρας εφοριακού, συμβαίνει κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος που παρακολουθεί κατά λάθος και, όπως ομολογεί και ο ίδιος, είναι μια εμπειρία που δεν μπορεί να τη μεταδώσει με κατανοητό τρόπο, μια εμπειρία που δεν μπορεί να γίνει κτήμα ενός αναγνώστη ή ακροατή έξω από αυτήν· ένα πλήθος σελίδων του βιβλίου είναι αφιερωμένο στο κυκλοφοριακό κομφούζιο που αντιμετωπίζει ένας από τους Ντέιβιντ Γουάλας του Pale King προσπαθώντας να παρουσιαστεί στο πόστο του, όπου τον μπερδεύουν με άλλον Ντέιβιντ Γουάλας, υπάλληλο ανώτερης βαθμίδας· στο ενδιάμεσο αυτός ο Γουάλας επιχειρεί να παρουσιάσει το βιβλίο όχι ως μυθοπλασία, αλλά ως απομνημονεύματα, η έκδοση των οποίων υπόκειται σε πλήθος νομικών περιορισμών (αυτά τα μέρη του βιβλίου, σημειώνουν πολλοί, είναι από τα πλέον προβληματικά, με τον συγγραφέα να πέφτει θύμα της τάσης του προς το μεταμοντέρνο τέχνασμα· επιπλέον, είναι μάλλον δυσνόητη η τοποθέτηση του πρώτου σχετικού κεφαλαίου πολύ μακριά από την αρχή του βιβλίου, όπου λογικά θα ταίριαζε· μόνο που αυτά τα τεχνάσματα είναι τυπικοί γουαλασισμοί, δίχως τους οποίους θα μιλούσαμε για έναν πολύ διαφορετικό συγγραφέα)· συχνά, ο αναγνώστης εγκαταλείπεται σε έναν λαβύρινθο ορολογίας, δύσκολη κίνηση που όμως εδώ μοιάζει ταιριαστή, ακόμα κι αν δεν είναι ακριβής απεικόνιση της γλωσσικής πραγματικότητας, αλλά και συνολικά της πραγματικότητας εντός της IRS. Ούτως ή άλλως επιρρεπής –σε εκνευριστικό βαθμό, θα πουν πολλοί– στην παράθεση λεπτομερειών και σε μια εντελώς δική του γλωσσική πολυπλοκότητα, ο Γουάλας εδώ λόγω του θέματος βρίσκει πεδίο δόξης λαμπρό, με αποτέλεσμα αρκετές από τις σελίδες του βιβλίου να μοιάζουν παραφορτωμένες· από την άλλη, υπάρχουν επίσης αρκετές σελίδες του βιβλίου που είναι ιδιοφυείς, με εξαιρετική γραφή που σου καρφώνεται στο μυαλό· αυτές και μόνο αρκούν για να δικαιώσουν την έκδοση, παρόλο που το Pale King εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε ν’ αναμετρηθεί με τις τεράστιες προσδοκίες.

§10

Ο Γουάλας φαίνεται να εστιάζει στην πλήξη, στην ισοπέδωση από την καθημερινή επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων κινήσεων· αναγκαστικά, λοιπόν, το βιβλίο γίνεται συχνά τόσο εξαντλητικό, όσο εξαντλητική είναι και μια τυπική μέρα ή βδομάδα στη δουλειά –όσο εξαντλητική είναι η ίδια η ζωή, αν θυμηθούμε ότι τα όσα πραγματικά ενδιαφέροντα μας συμβαίνουν δεν είναι παρά ένα μικρό της ποσοστό–, γεμάτη χάσματα κι επαναλήψεις που η λογοτεχνία συνήθως τα απωθεί από τον κόσμο της· πέρα από την πλήξη, όμως, ο Γουάλας εστιάζει και στην υπέρβασή της, ή στη ζωή εντός της πλήξης, όχι αναγκαστικά μέσω αλλαγών, ενδιαφέροντος και ποικιλίας αλλά μέσω της εγκατάστασης ενός εσωτερικού ρυθμού, μιας ισορροπίας παρόλα αυτά· στη ζωή ως αιώρηση αντίστοιχη της αιώρησης του ήρωα που ακούει την ιστορία της πανέμορφης, αλλά απελπιστικά βαρετής συναδέλφου [3]·  σε αυτό το πλαίσιο, μέρος, τουλάχιστον, του Pale King μπορεί να διαβαστεί σαν μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή της προσπάθειας των ηρώων του Τζόσουα Φέρις στο The Unnamed [4] να κατορθώσουν να υπάρξουν και να συνυπάρξουν με δεδομένη τη φριχτή πραγματικότητα της ακατονόμαστης περιπατητικής ασθένειας του κεντρικού χαρακτήρα: ίσως να μην θεραπευτεί ποτέ του, όμως αυτός κι η οικογένειά του κάπως πρέπει να ζήσουν· κι αν η αρρώστια ως δεδομένο δεν γίνεται να αφαιρεθεί, με κάποιο τρόπο θα πρέπει να μάθουν να ζουν με αυτήν, όπως μπορούν καλύτερα· η ζωή ως διάσωση του ελάχιστου, ως ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί – κι ακόμα καλύτερα αν μπορέσεις να χαλαρώσεις σε αυτό το σχοινί, να παίξεις κιόλας [5].

§11

Το Pale King όπως εκδόθηκε δεν μπορεί να ικανοποιήσει ολοκληρωτικά την περιέργεια για το «κάτι μεγάλο», το μετά το Infinite Jest μυθιστόρημα του Γουάλας, κι ωστόσο κατορθώνει να επιβεβαιώσει το μεγαλείο αυτού που θα ήταν το Pale King αν ο Γουάλας είχε ζήσει για να το ολοκληρώσει: ένας πύργος της Βαβέλ στον οποίο περιπλανιέσαι χρόνια αφότου ο αρχιτέκτονας εγκατέλειψε τη μάχη ενάντια στον ίδιο τον θεό. Αυτό που προσφέρει στον αναγνώστη είναι μια τελευταία ευκαιρία να διαβάσει κάτι καινούργιο από τον συγγραφέα· το ίδιο το μυθιστόρημα όμως, στην ανολοκλήρωτή του λαμπρότητα, παραμένει ένα συνονθύλευμα αφετηριών, προσδοκιών, υποψιών. Κατά πάσα πιθανότητα, επρόκειτο για κάτι πραγματικά τεράστιο· κατά πάσα πιθανότητα, το Infinite Jest σαν σύλληψη θα ωχριούσε μπροστά του· κατά πάσα πιθανότητα, επρόκειτο για έργο που θα μπορούσε να το ολοκληρώσει μονάχα ο Γουάλας· και κατά πάσα πιθανότητα, ο ίδιος ο Γουάλας θα το θεωρούσε μια μεγαλειώδη αποτυχία (με τον τρόπο που κάθε έργο δεν είναι παρά μια αποτυχία, όπως θα έλεγε κι ο Φόκνερ).

§12

Ο θάνατος του Γουάλας έγινε ακόμα τραγικότερος επειδή ήταν ο θάνατος ενός συγγραφέα που είχε ακόμα να δώσει πολλά: με τον άνθρωπο που πέθανε, πέθανε κι η σαφέστατη και στηριγμένη υπόσχεση της εκπλήρωσης των δυνατοτήτων του. Υπήρχε ήδη ένα Infinite Jest, όμως υπήρχε επίσης και η προσδοκία των επόμενων Infinite Jest. Το φάντασμά τους ακουμπά στον ώμο του αναγνώστη κάθε φορά που επιχειρεί να καταδυθεί στο γουαλασικό σύμπαν.

Αντίστοιχα, το Pale King κουβαλά το φάντασμα αυτών των δυνητικών Infinite Jest – κουβαλά το φάντασμα του ολοκληρωμένου εαυτού του.

§13

Στο 30ό χιλιόμετρο του αγώνα, πολλοί μαραθωνοδρόμοι πέφτουν πάνω στον τοίχο: είναι ο εφιάλτης του δρομέα. Ο μαραθωνοδρόμος Γουάλας χτύπησε τον τοίχο. Μια άγρια κατάθλιψη κι ένα άγριο μυθιστόρημα που για να το γράψεις πρέπει να αφεθείς να σε κατασπαράξει: συνδυασμός που σκοτώνει. Θα μπορούσε να καταστρέψει το Pale King, να το εγκαταλείψει και να συνεχίσει τη ζωή του; Νομίζω όχι. Δεν θα άντεχε να το κάνει – καταστρέφοντάς το, θα έπρεπε να ζήσει με την προοπτική να μην το γράψει ποτέ.

Κλείνοντας το βιβλίο δεν μπορούσα να μην σκεφτώ ότι τον Γουάλας η κατάθλιψη δεν τον σκότωσε από μόνη της, αλλά σε αγαστή συνεργασία με το Pale King.

(Αυτή είναι φυσικά μια δική μου υπόθεση, και δεν φιλοδοξεί να παραστήσει την απόλυτη αλήθεια – όπως και όλο το κείμενο είναι μια δική μου αφήγηση για το Pale King χωρίς φιλοδοξίες αντικειμενικότητας.)

§14

Να μένεις χωρίς τον άνθρωπο, αλλά με τη βαριά σκιά που αφήνει πίσω του. Με το πόρισμα του ιατροδικαστή να κυκλοφορεί ελεύθερο στο διαδίκτυο, μαζί με υποθέσεις κι αναλύσεις ανθρώπων που δεν τον γνώρισαν ποτέ, πιστεύουν όμως ακράδαντα ότι διαβάζοντας τα βιβλία του, διάβασαν και την ψυχή του (η γράφουσα δεν εξαιρείται).

Να μένεις χωρίς τον άνθρωπο, και να πρέπει να συμβιώσεις με τον μύθο του.

§15

Πολύ πριν γνωριστεί ο Γουάλας με την Γκριν, ο Μαρκ Ντανιελέφσκι έγραψε ένα μυθιστόρημα που δημιούργησε, κι αυτό, ένα μύθο: το House of Leaves. Ένα νεαρό ζευγάρι μετακομίζει σ’ ένα σπίτι· ελπίζουν ότι αυτή η μετακόμιση θα τους ξαναφέρει κοντά, θα αναιρέσει την απόσταση που έβαλαν ανάμεσά τους οι πολλές απουσίες του άντρα σε ψυχοφθόρες φωτογραφικές αποστολές στο εξωτερικό. Όμως το ίδιο το σπίτι μεγεθύνει το χάσμα: το ζευγάρι πολύ γρήγορα ανακαλύπτει ότι, ενάντια στη λογική, οι εσωτερικές διαστάσεις του σπιτιού είναι μεγαλύτερες από τις εξωτερικές· μια πόρτα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει οδηγεί σ’ έναν χώρο που δεν γίνεται να υπάρχει, έναν λαβύρινθο που διαρκώς μεταμορφώνεται κι αλλάζει διαστάσεις. Ο άντρας σαγηνεύεται και προσπαθεί να τον εξερευνήσει ενώ η γυναίκα, έντρομη, παρακολουθεί τη μάχη.

Ο Ντανιελέφσκι ονόμασε τη γυναίκα Κάρεν Γκριν. Είναι, φυσικά, απλώς μια σύμπτωση: το House of Leaves δεν γίνεται να αναφέρεται στον Γουάλας και στην Γκριν. Αλλά δεν μπορώ να αποφύγω τον παραλληλισμό στον οποίο με οδηγεί η σύμπτωση. Ο Γουάλας ανοίγει την πόρτα κι εξερευνά έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο χώρο – διαδρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, αχανείς σάλες που μικραίνουν για να μετατραπούν σε φέρετρα.

Η Γκριν μένει πίσω.

§16

Μερικές φορές νικούν οριστικά οι λέξεις.

§17

Κάποτε ο άνθρωπος που γέννησε τον συγγραφέα πεθαίνει. Όμως ο συγγραφέας, που για να γεννηθεί τον είχε απόλυτη ανάγκη, δεν τον χρειάζεται για να ζήσει και να μεγαλώσει τη σκιά του: υπάρχουν τα βιβλία, κι υπάρχουν και μερικές λεπτομέρειες της ύπαρξης του ανθρώπου, παραμορφωμένες, τόσο από τη συγγραφική μυθοπλασία, όσο και από την αναγνωστική. Αυτές αρκούν.

§18

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 2008, ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας αυτοκτόνησε· ο άνθρωπος εξαφανίστηκε, άφησε μια τρύπα πίσω του που οι οικείοι του έπρεπε να γεμίσουν με τις αναμνήσεις τους· ο συγγραφέας παρέμεινε ζωντανός και μετατράπηκε σε μύθο. Στις 12 Σεπτεμβρίου του 2008 ενθρονίστηκε ο Χλωμός Βασιλιάς.

§19

H Κάρεν Γκριν κατασκευάζει μια μηχανή συγχώρεσης: ο θεατής καλείται να γράψει σε ένα χαρτί αυτό που θέλει να συγχωρήσει. Η μηχανή αναλαμβάνει να το καταπιεί, να το χωνέψει και να το αποβάλει καταξεσχισμένο. Πολλοί ανακαλύπτουν ότι τους τρομοκρατεί αυτή η προοπτική. Κι αν γράφοντας πρέπει πράγματι να συγχωρήσουν; Σε συγχωρώ, πατέρα, που με έκανες καθρεφτισμό της εικόνας σου. Σε συγχωρώ, παλιά ερωμένη, που με άφησες και ακόμα προσπαθώ να γίνω ο ολόκληρος άνθρωπος που ήμουν πριν από σένα. Σε συγχωρώ, άγνωστε, που ξυράφισες την τσάντα μου κι άδειασες από μέσα το μισθό μου. Μικρά και μεγάλα σφάλματα, χάσματα της ζωής, ελικοειδείς προτάσεις σε αναζήτηση τελείας. Αν το κομμάτιασμα της μηχανής σημαίνει ότι οφείλουν να βάλουν αυτή την τελεία;

Η μηχανή της συγχώρεσης τελικά στομώνει, χαλάει. Το ερώτημα μένει αναπάντητο.

Σημειώσεις

[1] Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Brief Interviews With Hideous Men. Μπορείτε να διαβάσετε την εκδοχή που δημοσιεύτηκε στο Harper’s το 1998 εδώ.

[2] Άποψή μου εξακολουθεί να είναι ότι το 2666 συζητιέται σαν ανολοκλήρωτο περισσότερο εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του συγγραφέα, παρά εξαιτίας κάποιας έλλειψής του ως έργο.

[3] Η πλήξη, η ανία, είναι κεντρικό θέμα στο πρόσφατο The Canal του Λι Ρουρκ, βιβλίο όμως που μάλλον προσφέρεται περισσότερο για παράλληλο διάβασμα με τον Ξένο του Καμί παρά με το Pale King.

[4] Με αναγκαία υποσημείωση εδώ ότι ακόμα και ανολοκλήρωτο, το Pale King είναι πολλά σκαλιά παραπάνω από το Unnamed, και δεν γίνεται στην πραγματικότητα να μπουν σε σύγκριση μεταξύ τους ο Γουάλας κι ο Φέρις.

[5] Mου έρχεται στο μυαλό η βόλτα του ακροβάτη στο σύρμα μεταξύ των δίδυμων πύργων, όπως την περιγράφει ο Κόλουμ ΜακΚαν στο Let the Great World Spin.

***

Για το κείμενο χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από συνεντεύξεις της Γκριν:

***

Εικονογράφηση (με σειρά εμφάνισης):

  • Το εξώφυλλο της αμερικάνικης έκδοσης του Pale King, σχεδιασμένο από την Κάρεν Γκριν.
  • Σελίδες από τα χειρόγραφα του Γουάλας για το Pale King (όπως όλο το αρχείο του Γουάλας, τα χειρόγραφα αυτά βρίσκονται στο Harry Ransom Center – μπορείτε να δείτε μια ψηφιακή παρουσίαση σημειώσεων του Γουάλας για το Pale King εδώ, από όπου και η εικόνα)
  • Κάρεν Γκριν, Steal This Book (πηγή)
  • Κάρεν Γκριν, Forgiveness Machine (πηγή)

Φωτογραφίες από πιο πρόσφατη δουλειά της Γκριν εδώ. Το σάιτ της εδώ.

A two-finger typist

I am a Five Draft man… the first two of these drafts are pen-and-paper, which is a bit old-fashioned, but other than that I don’t think there’s anything very distinctive about my work habits. I fluctuate between periods of terrible sloth and paralysis and periods of high energy and production, but from what I know about other writers this isn’t unusual. Work-wise, my only real distinction is that I am incredibly fast and accurate two-finger typist, the best I’ve ever heard of.

Homo Duplex

Αφίσες για όλη τη φιλμογραφία του Τζέιμς Ινκαντένζα από το Infinite Jest και άλλα γουαλασικά καλούδια, εδώ. Στο μεταξύ, φαίνεται ότι ένας από τους χαρακτήρες του νέου μυθιστορήματος του Τζέφρι Ευγενίδη, The Marriage Plot (κυκλοφορεί τον Οκτώβριο – ένα απόσπασμα εδώ, και οι πρώτες αράδες του βιβλίου εδώείναι βασισμένος στον Γουάλας.

Οι πρώτες λέξεις του Χλωμού Βασιλιά

Η πρώτη πρόταση ενός από τα πιο πολυαναμενόμενα μυθιστορήματα της χρονιάς, του The Pale King, βιβλίο που άφησε πίσω του ημιτελές ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας όταν αυτοκτόνησε το 2008 (via The Millions):

Past the flannel plains and blacktop graphs and skylines of canted rust, and past the tobacco-​brown river overhung with weeping trees and coins of sunlight through them on the water downriver, to the place beyond the windbreak, where untilled fields simmer shrilly in the a.m. heat: shattercane, lamb’s‑quarter, cutgrass, sawbrier, nutgrass, jimsonweed, wild mint, dandelion, foxtail, muscadine, spinecabbage, goldenrod, creeping charlie, butter-​print, nightshade, ragweed, wild oat, vetch, butcher grass, invaginate volunteer beans, all heads gently nodding in a morning breeze like a mother’s soft hand on your cheek.

To The Pale King κυκλοφορεί στις 15 Απριλίου.

Nearly there

Στιγμιότυπα απ’ την καθημερινότητα του τραπεζιού της κουζίνας μου:

Against the Day –η αγγλική έκδοση δώρο φίλου, η ελληνική δώρο άλλου φίλου, μαζί με το V. και την κάρτα της τελευταίας φωτογραφίας– και Infinite Jest· το αναγνωστικό μου ημερολόγιο για το 2010· ένα απίστευτα μικρό (δείχνει ακόμα πιο τοσοδούλι πλάι στ’ άλλα) βιβλίο για γατόφιλους που μου χάρισε η αδελφή μου, μαζί μ’ ένα υπέροχο ζευγάρι σκουλαρίκια απ’ τα χεράκια της· μια φωτογραφία απ’ τη θητεία του πατέρα μου· μερικά σκιτσάκια· κάτω απ’ τα σκιτσάκια, το χειρόγραφο που σιγά-σιγά τελειώνει, κι αν όλα πάνε καλά, αρχές Φλεβάρη ξεκινάω να το δουλεύω στον υπολογιστή – γι’ αυτό και Nearly there ο τίτλος του ποστ· κι ο τελευταίος καφές της μέρας.

Και ένα συντομότατο διήγημα από τη συλλογή Brief Interviews with Hideous Men του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας:

A Radically Condensed History of Postindustrial Life

When they were introduced, he made a witticism, hoping to be liked. She laughed extremely hard, hoping to be liked. Then each drove home alone, staring straight ahead, with the very same twist to their faces.

The man who’d introduced them didn’t much like either of them, though he acted as if he did, anxious as he was to preserve good relations at all times. One never knew, after all, now did one now did one now did one.

Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Brief Interviews with Hideous Men