Over the hills and far away

Καθένας νομίζει ότι όλα γύρω του υπάρχουν επειδή υπάρχει ο ίδιος, ότι όλα πρέπει να είναι ένα σχέδιο οργανωμένο για να φτάσει αυτός εδώ και να επιτελέσει το σκοπό του, ας μην ξέρει ποιος είναι ο σκοπός του, αλλά ο κόσμος συνεχίζει χωρίς αυτόν, δεν τον έχει ανάγκη για να υπάρξει. Η ζωή είναι ένα μεγαλοπρεπές τίποτα χωρίς σκοπό, μια μαύρη τρύπα που τη σκεπάζουμε με κουρελόχαρτα, με επινοήσεις, με θεούς και δαίμονες, με αφηγήσεις – εντέλει: με λέξεις που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε, με λέξεις που μας απαιτούν για να υπάρξουν ως τέτοιες, αλλά και που δεν είναι τίποτα πέρα από αυτό: λέξεις. Ίσως όχι τόσο θνητές όσο εμείς, θνητές όμως κι αυτές.

Πώς τελειώνει ο κόσμος, σελ. 149 | Φωτογραφία: TheSkyEtc…and when we die/ oh, will we be/  that disappointed or sad/ if heaven doesn’t exist/ what will we have missed/ this life is the best we’ve ever had

[προηγούμενη λεπτομέρεια για το τέλος του κόσμου]

The varieties of Heaven

…it occured to him that he had, quite literally, been resurrected. But resurrected into what? he wondered. His life had become unfamiliar to him, cold and disquieting. He felt as if time as he knew it had flickered to a close. The world had ended. The oceans had climbed their shores, the buildings had burst out of their windows, and all the old meanings had fallen away. It turned out that the world at the end of time was just like the world at the beginning: a single set of footsteps printing the grass, everything lit with its own newness, a brighter and much, much emptier place.

Κέβιν Μπροκμάιερ, The Illumination

Ένα τετράδιο γεμάτο ερωτικά γράμματα μιας πρότασης αλλάζει χέρια στο Illumination του Κέβιν Μπροκμάιερ (ο οποίος συμπεριλήφθηκε στους καλύτερους νέους Αμερικανούς συγγραφείς σύμφωνα με το Granta)· κάθε κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθεί έναν διαφορετικό άνθρωπο που έτυχε να συναντηθεί μ’ αυτό το τετράδιο [1]. Όλα αυτά σ’ έναν κόσμο που έχει μια σημαντική διαφορά από τον δικό μας: ο σωματικός πόνος είναι φωτισμένος, αφού ανεξήγητα, μια μέρα τα μικρά και μεγάλα τραύματα και οι ασθένειες των ανθρώπων άρχισαν να αναδίδουν φως.

Από συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλίο:

One of the things that attracts me to your writing is the blending of literary fiction with genre elements. There’s often a sci-fi/magical realism bend to your work. Why is that? What inspires you to do that?

I think of myself as working within -or at least aspiring to work within- the very particular tradition of writers whose books I happen to love. Many of those writers are realists, but many others are fantasists, though it’s a toss-up as to whether you’ll find their books shelved with the literary fiction or with the science fiction and fantasy. All of them, though, regardless of their genre affiliations, are authors of tremendous vision, great craft, and a complex and absorbing sense of what it means to be alive. All of them write the kind of books that inspire me to emulation.

Aside from that, I suppose I turn to the fantastic or the magical or the strange or the uncanny so often because I’m the kind of person who sees more clearly when he views the world at a tilt, but also because such methods have provided me with a number of metaphors that seemed potent and beautiful to me, because the imagery of fantasy allows me to write certain kinds of sentences I enjoy writing, and finally, frankly, because I grew up reading a lot of science fiction and there are certain kinds of oddity that simply excite my imagination.

In The Illumination, there’s a beauty to suffering. Since everyone can see what is ailing even the strangers around them, pain is no longer a private and hidden option. It’s exposed and shimmers. Some teenagers even go so far as to deliberately cut themselves so they can see the light. Do you think pain is something that can be beautiful?

I don’t know. What I can tell you is that the book -whose working title was Wounds, until my editor and my agent convinced me that no one would buy a book called Wounds– investigates exactly that question: what if the world suddenly revealed that pain, disease, illness, and injury -all the uglinesses of the human body- were faceted with beauty, like jewels? What if our pain was the most beautiful thing about us? How would that change the way we perceived life and death and one another? How would it change the greater functions of society, or would it change them at all?

At one point in the book, you write: “Everyone had his own portion of pain to carry. At first, when you were young, you imposed it on yourself. Then, when you were older, the world stepped in to impose it for you. You might be given a few years of rest between the pain you caused yourself and the pain the world made you suffer, but only a few, and only if you were lucky.” Are we living in a society where pain is more prevalent than ever?

Honestly, I don’t know that our times are all that different from those that came before. I suspect that the world has always been composed of pain and pleasure, bliss and agony, contentment and discomfort, and in roughly the same proportions as it is today. More to the point, perhaps, before I wrote The Illumination, and while I was working on it, I myself was experiencing more pain -physical pain- and in a less remitting way than I had before. I used the fifth section of the book, Nina’s, to investigate my own encounters with illness: years and years of mouth ulcers that made it painful for me to talk, eat, drink, laugh, and smile. I tried to bring as much lucidity, accuracy, and honesty to Nina’s observations of her malady as I could, and although her story is not really my own, that one aspect of it is. You can consider all the self-pity, querulousness, and desperation she expresses a peculiarly intimate form of journalism.

Μια πρόταση από το βιβλίο, εικονογραφημένη στο πλαίσιο του πρότζεκτ Single Sentence Animations του Electric Literature:

She watched them flare and shimmer through their skin, their bones going off like bombs, every limb a magnificent firework of carbon, phosphorus, and calcium.

Κι ένα τραγούδι από το σάουντρακ του βιβλίου, όπως το κατέγραψε ο Μπροκμάιερ στο μπλογκ Largehearted Boy: το This Could Be My Last Day του Ντιουκ Σπέσιαλ (οι παλιοί θαμώνες του μπλογκ ίσως θυμάστε την δουλειά του Σπέσιαλ για το Book of Illusions του Πολ Όστερ – έγραφα σχετικά εδώ).

A Chronological List of Statements People Made to Me at the Iowa Writers’ Workshop, 1995-1997 | An Illustrated History of the View from Kevin Brockmeier’s Head | Περισσότερα ερωτικά γράμματα της μιας γραμμής στο λογαριασμό που έχει στηθεί για το βιβλίο στο τουίτερ και εδώ | O τίτλος του ποστ είναι φράση από το βιβλίο

[1] Πολλά πρόσφατα βιβλία χτίζονται με μια παρόμοια δομή διηγημάτων που συναποτελούν ένα μυθιστόρημα· πέρα από το Cloud Atlas του Ντέιβιντ Μίτσελ (μια ματριόσκα μυθιστορημάτων, με τον ήρωα του καθενός να διαβάζει με κάποιο τρόπο την ιστορία του προηγούμενου – θα μπορούσε επίσης στην ίδια κατηγορία να υπαχθεί και το ακόμα παλιότερο Ghostwritten του Μίτσελ), το Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν παρακολουθεί ένα πλήθος χαρακτήρων καθώς διασταυρώνονται στη σκιά της βόλτας του ακροβάτη Φιλίπ Πετί πάνω σε ένα σχοινί μεταξύ των Δίδυμων Πύργων· στο Great House της Νικόλ Κράους, ένα γραφείο λειτουργεί ως συνδετικό νήμα των ιστοριών ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών και καταβολών, ενώ κάθε κεφάλαιο του A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν λειτουργεί ως διήγημα που παρακολουθεί έναν διαφορετικό χαρακτήρα για να αφηγηθεί την ιστορία του κεντρικού ήρωα, που ξεκινάει πανκιό και καταλήγει μάνατζερ, και το The Imperfectionists του Τoμ Ράχμαν αφηγείται την γέννηση και την παρακμή μιας ιστορικής αγγλόφωνης εφημερίδας στη Ρώμη μέσα από τις ιστορίες διαφόρων εργαζομένων της, ακόμα και μιας αναγνώστριας· προσθέστε, επίσης, το Things We Didn’t See Coming του Στίβεν Άμστερνταμ, με τα διηγήματα-κεφάλαια να καταγράφουν επεισόδια από την ζωή του κεντρικού χαρακτήρα καθώς προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο μισοκατεστραμμένο από τον ιό της χιλιετίας· φυσικά, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα που ξεχνάω ή δεν έχω διαβάσει.

Βόλτα

Το σάουντρακ της βόλτας: Mr Nobody από το The Silent World of Hector Mann, άλμπουμ του Ντιουκ Σπέσιαλ με τραγούδια εμπνευσμένα απ’ τις ταινίες του Έκτορ Μαν.

Η καριέρα του Έκτορ Μαν στο βωβό σινεμά έληξε άδοξα με την μυστηριώδη εξαφάνισή του. To όνομά του ξεχάστηκε, μέχρι που, δεκαετίες αργότερα, άγνωστοι άρχισαν να στέλνουν σε διάφορα κινηματογραφικά μουσεία ανά τον κόσμο κόπιες των ταινιών του.

Ένας καθηγητής, βυθισμένος στη λύπη και στο αλκοόλ μετά τον θάνατο της οικογένειάς του, πετυχαίνει ένα ντοκιμαντέρ για τον βωβό κινηματογράφο σ’ ένα νυχτερινό ζάπινγκ. Τα αποσπάσματα των ταινιών του Έκτορ Μαν που παρακολουθεί τον κάνουν να ξαναγελάσει μετά από πολύ καιρό. Παθιάζεται με τον ηθοποιό και ξεκινά να γράφει ένα βιβλίο για τη ζωή του.

Ο Ιρλανδός Ντιουκ Σπέσιαλ παθιάζεται κι αυτός με τον Έκτορ Μαν και ζητά από φίλους του μουσικούς να του γράψουν από ένα τραγούδι για κάθε ταινία του.

Το τραγούδι του Νιλ Χάνον:

Ο Έκτορ Μαν υπάρχει μονάχα στο οστερικό σύμπαν, και συγκεκριμένα στις σελίδες του The Book of Illusions, μαζί με τις περιγραφές των ταινιών του που αξιοποίησαν ο Ντιουκ Σπέσιαλ και οι φίλοι του για το άλμπουμ.

Την ιδέα μιας από τις ταινίες που περιγράφονται στο βιβλίο, εξάλλου, αναπτύσσει κι ο Όστερ στην ταινία The Inner Life of Martin Frost.