It’s not that easy being a woman

“What is this work of yours?”
“Look, I told you before. I don’t want to discuss my job here. I can say this much, though: it’s not that easy being a woman.”
“Well, it’s not easy being a man, either.”
“Maybe not, but you never have to put on a lacy bra when you don’t want to.”
“True…”
“So don’t pretend to know what you’re talking about. Women have it much tougher than men. Have you ever had to climb down a steep stairway in high heels, or climb over a barricade in a miniskirt?”
“I owe you an apology,” the man said simply.

Χαρούκι Μουρακάμι, 1Q84

LYF

[Πρόχειρα σκίτσα, αντιγραφές από αλλού (δεν θυμάμαι από πού για να δώσω πρωτότυπα) / Currently reading & re-reading / Στα έξι τετράδια που έχω γεμίσει από όταν τέλειωσα το δεύτερο βιβλίο ίσως –ίσως– έχει αρχίσει να διακρίνεται το περίγραμμα ενός τρίτου βιβλίου / Καινούργιος Μουρακάμι στο Κιντλ / Σάουντρακ]

1Q84

Από το χειρόγραφο του A Wild Sheep Chase του Χαρούκι Μουρακάμι (ελληνικός τίτλος: Το κυνήγι του αγριοπρόβατου, μετάφραση: Στέλιος Παπαζαφειρόπουλος, Καστανιώτης 1993). Δημοσιευμένο στο τεύχος 170 του The Paris Review (καλοκαίρι 2004). Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Μουρακάμι στο ίδιο τεύχος:

I myself, as I’m writing, don’t know who did it. The readers and I are on the same ground. When I start to write a story, I don’t know the conclusion at all and I don’t know what’s going to happen next. If there is a murder case as the first thing, I don’t know who the killer is. I write the book because I would like to find out. If I know who the killer is, there’s no purpose to writing the story.

Ο συγγραφέας διά χειρός Τζέφρι Μπράουν, μέσω του Hey Oscar Wilde! Και παρακάτω, η πρώτη παράγραφος από το πολυαναμενόμενο 1Q84 του Μουρακάμι που κυκλοφορεί στα αγγλικά τον Οκτώβριο, όπως δημοσιεύτηκε στο The Millions:

The taxi’s radio was tuned to a classical FM broadcast. Janáček’s Sinfonietta—probably not the ideal music to hear in a taxi caught in traffic. The middle-aged driver didn’t seem to be listening very closely, either. With his mouth clamped shut, he stared straight ahead at the endless line of cars stretching out on the elevated expressway, like a veteran fisherman standing in the bow of his boat, reading the ominous confluence of two currents. Aomame settled into the broad back seat, closed her eyes, and listened to the music.

Οι τρεις ζωές του Ρέιμοντ Κάρβερ

Στο τεύχος 515 του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, ένα αφιέρωμα στον Ρέιμοντ Κάρβερ με αφορμή την κυκλοφορία της ελληνικής μετάφρασης του Beginners (Αρχάριοι, μετάφραση:  Γιάννης Τζώρτζης, Μεταίχμιο 2010). Οι Αρχάριοι δεν είναι παρά η γνωστή και πολυαγαπημένη συλλογή διηγημάτων του Κάρβερ Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη (μετάφραση: Γιάννης Τζώρτζης, Απόπειρα 1993) με μια πολύ ουσιώδη διαφορά: στη νέα έκδοση, τα διηγήματα παρατίθενται στην μορφή που τους είχε δώσει ο συγγραφέας τους, χωρίς τις παρεμβάσεις του αμφιλεγόμενου επιμελητή Γκόρντον Λις.

Ο Λις, πέρα από τον υπέροχο τίτλο που έδωσε στη συλλογή, την περιέκοψε στο μισό (κάποια διηγήματα, μάλιστα, εκδόθηκαν στο ένα τρίτο της αρχικής τους έκτασης) και φυσικά έκανε κι άλλες, σημαντικές αλλαγές, παρά τις αντιρρήσεις του Κάρβερ. Το Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη αποδείχτηκε το έργο που καθιέρωσε τον συγγραφέα, πόσο δικό του, όμως, ήταν; Το πιο αναγνωρίσιμο καρβερικό χαρακτηριστικό, ο μινιμαλισμός -λέξη που ο ίδιος ο Κάρβερ μισούσε- ήταν επίτευγμα του Κάρβερ, ή μήπως του Λις; Και η έκδοση των διηγημάτων στις αποκατεστημένες εκδοχές τους αποκαθηλώνει έναν από τους σημαντικότερους ανανεωτές του αμερικάνικου διηγήματος, με μεγάλη επιρροή σε νεότερους συγγραφείς εντός και εκτός ΗΠΑ (ο Κάρβερ, για παράδειγμα, είναι μια από τις σημαντικότερες επιρροές του Ιάπωνα μεταφραστή του, τού σπουδαίου Χαρούκι Μουρακάμι), ή μήπως αποκαθιστά το καρβερικό έργο στις αληθινές, και μεγαλύτερες -μεταφορικά εδώ- διαστάσεις του;

Γι’ αυτό και οι τρεις ζωές του τίτλου: η δεύτερη ζωή του Κάρβερ ξεκίνησε στις 2 Ιουνίου του 1977, όταν σταμάτησε το ποτό· η τρίτη μπορούμε να πούμε ότι ξεκίνησε από τη στιγμή που εκδόθηκε στο περιοδικό New Yorker το διήγημα Αρχάριοι σε αντιπαραβολή με την κατά Λις εκδοχή του, το 2007.

Σύμφωνα με την δεύτερη σύζυγο και κληρονόμο του Κάρβερ, την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, ο συγγραφέας ήθελε τα διηγήματα να εκδοθούν ακριβώς όπως τα έγραψε, ήθελε να δείξει στον κόσμο τον λογοτεχνικό του σύμπαν χωρίς τη σκιά -και το τσεκούρι- του Λις. Έχει, όμως, ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι όταν ο Κάρβερ είχε την ευκαιρία να εκδώσει τα διηγήματα στις δικές του εκδοχές το 1988, στον τόμο Where I’m Calling From (ελληνική έκδοση: Όποιος κι αν ήταν σ’ αυτό το κρεβάτι, μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Μεταίχμιο 2004), σε αρκετές περιπτώσεις κράτησε τις εκδοχές του Λις, του οποίου, εξάλλου, τις συμβουλές και την καθοδήγηση αναγνώριζε ως εξαιρετικά σημαντικές.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει τα κείμενα: Το βρόμικο αμερικανικό όνειρο του Ρέιμοντ Κάρβερ (από τον Λευτέρη Καλοσπύρο) και Ένας σεμνός της γλώσσας και ο μινιμαλισμός του διαφεύγοντος (από τον Τάσο Γουδέλη), και συμπληρώνεται από ένα χρονολόγιο και το κείμενο Ο Κάρβερ χωρίς τον Λις (αυτά τα δύο είναι η δική μου μικρή συμβολή).

Αfter the quake

Σκόρπιες σκέψεις μετά την… κρυάδα της πρώτης παρουσίασης:

Η τηλεοπτική εμφάνιση (τη Δευτέρα, στην εκπομπή Καλό Μεσημέρι, στο ΚΡΗΤΗ TV) παραδόξως πήγε μάλλον συμπαθητικά. Τουλάχιστον, δεν λιποθύμησα. Από την άλλη, υπήρχε μια μύγα που με γυρόφερνε συνεχώς. Όλο την έδιωχνα κι όλο επέστρεφε. Κι επειδή φοβόμουν ότι έμοιαζα τουλάχιστον ηλίθια, προσπαθώντας συνέχεια να διώξω τη μύγα απ’ το πρόσωπο, αποφάσισα να εξομολογηθώ το δράμα μου: Έχω και μια μύγα να με γυροφέρνει. Είναι του σπιτιού, μου απάντησε η Ανδριανή. Α, ναι; Έχει κι όνομα; (Εγώ θα με είχα πετάξει από το στούντιο με τις κλοτσιές. Εκείνη διατήρησε την ψυχραιμία της. Η μύγα τελικά με βαρέθηκε κι έφυγε.)

[Νόουτ του σελφ: Την επόμενη φορά που θα πάω σε ραδιόφωνο, να κρατάω τα τραγούδια του REWIND σε mp3. Ανοργάνωτη μια ζωή.]

Και, το ζουμί: η παρουσίαση. Είχε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι περίμενα: τα αντίτυπα του REWIND που υπήρχαν δεν έφτασαν για όλους. Κάποιοι ήταν όρθιοι, άλλοι κάθονταν στις σκάλες κι άλλοι σε κάτι χαμηλά ράφια που άδειασαν βιαστικά οι υπάλληλοι, όσο για τα ανιψάκια μου, κάθονταν σε μαξιλάρες στο πάτωμα. Από ένα σημείο και μετά τα έχασα τελείως, έβλεπα πρόσωπα κι αδυνατούσα να θυμηθώ ονόματα – το λέω κι αποδώ, δεν είναι τίποτα προσωπικό, αλτσχάιμερ λέγεται.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω ότι όταν σηκώθηκα να μιλήσω έμοιαζα με παιδάκι που λέει το ποίημά του σε σχολική γιορτή. Το πόδι κι η φωνή να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Μετά βρέθηκα καθιστή με το μικρόφωνο στο χέρι να απαντάω σε ερωτήσεις. Έχω την εντύπωση ότι απείλησα πως θα τραγουδήσω κιόλας (δεν το έκανα, γιατί το Ξυλουρέικο έχει δώσει υπερβολικά πολλά στη μουσική για να του αξίζει τέτοια δυσφήμιση). Τα ξαδέλφια μου με πληροφόρησαν ότι τα πηγαδάκια στη γαλαρία έδωσαν ρέστα: την επόμενη φορά πιο δυνατά για να σας ακούω, παρακαλώ, δεν μου αρέσει να τα χάνω κάτι τέτοια. (Τι σημαίνει REWIND; Ε… Κοίτα, wind είναι ο άνεμος, αλλά και win σημαίνει νικάω, οπότε πρέπει να είναι αλληγορικό. Ρε, σοβαρευτείτε, σημαίνει προς τα πίσω.)

Πολλά ευχαριστώ σε όσους έτρεξαν για την παρουσίαση, στην αδελφή μου και τον αρραβωνιαστικό της που παρίσταναν τους ταξιτζήδες μου, σε όσους ήρθαν – και ειδικά στους συμμαθητές μου· κάποιους είχα να τους δω χρόνια ολόκληρα.

REWIND_10-11 (3)

Όσο η Ρένα Τζωράκη μιλά για το βιβλίο μου, εγώ παίζω αμήχανα με το λαστιχάκι του Moleskine τετραδίου μου. (Ναι, όσοι δεν φτάνουμε ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Έρνεστ Χέμινγουεϊ πνίγουμε την πίκρα μας γράφοντας στα τετράδια που προτιμούσε. Αλλά φυσικά δεν κάνει το τετράδιο τον συγγραφέα.)

REWIND_10-11Μαρία: Τώρα που έχω και μικρόφωνο στα χέρια μου, θα σας πω κι ένα τραγούδι. Λοιπόν, πάμε όλοι μαζί: φωτιάααααααααααα στα σαββατόβραδα
Ευγενία (η ανιψιά μου που διακρίνεται να κάθεται στο πάτωμα – φυσικά το λέει από μέσα της): Ωχ, πάλι βλακείες λέει η θεία. Κάποιος να τη μαζέψει, δεν αντέχω άλλο.
(Το κεφάλι που διακρίνεται στη γωνία μάλλον είναι του Αντώνη – ή όχι;)

Το απόσπασμα από το βιβλίο Ο Χρόνος Πάλι της Σώτης Τριανταφύλλου που διάβασα στην παρουσίαση, προσπαθώντας να εξηγήσω τι σημαίνει για μένα το γράψιμο – με τον τρόπο των ηρώων μου που όταν δυσκολεύονται να εκφράσουν αυτό που νιώθουν καταφεύγουν σε λόγια δανεισμένα (και εξαιτίας της τύχης να έρχονται κάποια βιβλία στα χέρια σου ακριβώς τη στιγμή που τα χρειάζεσαι: διάβασα το Ο Χρόνος Πάλι κατεβαίνοντας στην Κρήτη, με την αγωνία του τι να πω στην παρουσίαση):

Όταν ρώτησαν τον Ουμπέρτο Έκο πώς του ήρθε η ιδέα να γράψει το Όνομα του Ρόδου, απάντησε: «Ξαφνικά, είχα την παρόρμηση να σκοτώσω έναν καλόγερο».

Τι είναι έμπνευση: δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν αν έχω το δικαίωμα να επικαλούμαι κάτι που δεν μπορώ να ορίσω με ακρίβεια. Μήπως πρόκειται για διαδικασία που αφορά μόνον τους μεγάλους δημιουργούς; Μήπως το μόνο που απομένει σ’ εμάς τους υπόλοιπους είναι να μαζεύουμε τα ρινίσματα, τα πριονίδια, τα απορρίμματα της έμπνευσης των «μεγάλων»; Ούτε σ’ αυτό έχω απάντηση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι, άθελά μου, κοιτάζω με δυσπιστία όσους μας περιγράφουν τη Μούσα τους: πόσο πομπώδεις και αυτάρεσκοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι! Πόσο γελοίοι!

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που νιώθω να ορμάει καταπάνω μου ένα σκυλί· ένα πεινασμένο σκυλί από την Κόλαση· το αγρίμι ακολουθεί τις κηλίδες του αίματος καθώς πιτσιλιούνται στη λευκή σελίδα. Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. Κι όμως, ενώ επιστρέφω στο σπίτι έτοιμη να διεκπεραιώσω μια σειρά από άχαρα πράγματα –να κατεβάσω τα σκουπίδια, να συνεννοηθώ με τη θυρωρό για την παραλαβή κάποιου δέματος, να βάλω πλυντήριο-, πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει στις σκάλες, να μπαίνει ασθμαίνοντας στο δωμάτιο και να κάθεται μπροστά στην οθόνη· η λευκή σελίδα γεμίζει σημαδάκια και οι μικρές αγγαρείες της καθημερινότητας αναβάλλονται.

Έμπνευση: κάθε μέρα, κάθε ώρα, γεννιέται μια καινούργια ιστορία. Πολλές φορές οι ιστορίες συνυφαίνονται· σχεδόν πάντα αρχίζουν, συνεχίζονται και τελειώνουν προτού γραφτούν: δεν μου μένει παρά να τις δακτυλογραφήσω. Στο μετρό, στο ασανσέρ, στην ατέλειωτη ουρά του ταχυδρομείου, καθώς διασχίζω το δρόμο, καθώς σέρνω το καροτσάκι του σουπερμάρκετ ή περπατάω με αβέβαιο βήμα φορώντας τις ψηλοτάκουνες γόβες που δεν αποχωρίζομαι ποτέ, σκέφτομαι: «Μια φορά λοιπόν, νωρίς το πρωί…», «Και τότε σήκωσε το βλέμμα και τι είδε;…», «Στο βαγόνι του τρένου που το έλεγαν Κοράλλι…», «Ήταν καλοκαίρι, Ιούνιος…» κι έπειτα, να, ορίστε, ανεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά και κάθομαι να γράψω την ιστορία. Αν δεν τη γράψω θα με στοιχειώσει. Γι’ αυτό τη γράφω.

(Κλέβω και τον τίτλο του ποστ, από τη συλλογή διηγημάτων του Χαρούκι Μουρακάμι που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά.)