The varieties of Heaven

…it occured to him that he had, quite literally, been resurrected. But resurrected into what? he wondered. His life had become unfamiliar to him, cold and disquieting. He felt as if time as he knew it had flickered to a close. The world had ended. The oceans had climbed their shores, the buildings had burst out of their windows, and all the old meanings had fallen away. It turned out that the world at the end of time was just like the world at the beginning: a single set of footsteps printing the grass, everything lit with its own newness, a brighter and much, much emptier place.

Κέβιν Μπροκμάιερ, The Illumination

Ένα τετράδιο γεμάτο ερωτικά γράμματα μιας πρότασης αλλάζει χέρια στο Illumination του Κέβιν Μπροκμάιερ (ο οποίος συμπεριλήφθηκε στους καλύτερους νέους Αμερικανούς συγγραφείς σύμφωνα με το Granta)· κάθε κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθεί έναν διαφορετικό άνθρωπο που έτυχε να συναντηθεί μ’ αυτό το τετράδιο [1]. Όλα αυτά σ’ έναν κόσμο που έχει μια σημαντική διαφορά από τον δικό μας: ο σωματικός πόνος είναι φωτισμένος, αφού ανεξήγητα, μια μέρα τα μικρά και μεγάλα τραύματα και οι ασθένειες των ανθρώπων άρχισαν να αναδίδουν φως.

Από συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλίο:

One of the things that attracts me to your writing is the blending of literary fiction with genre elements. There’s often a sci-fi/magical realism bend to your work. Why is that? What inspires you to do that?

I think of myself as working within -or at least aspiring to work within- the very particular tradition of writers whose books I happen to love. Many of those writers are realists, but many others are fantasists, though it’s a toss-up as to whether you’ll find their books shelved with the literary fiction or with the science fiction and fantasy. All of them, though, regardless of their genre affiliations, are authors of tremendous vision, great craft, and a complex and absorbing sense of what it means to be alive. All of them write the kind of books that inspire me to emulation.

Aside from that, I suppose I turn to the fantastic or the magical or the strange or the uncanny so often because I’m the kind of person who sees more clearly when he views the world at a tilt, but also because such methods have provided me with a number of metaphors that seemed potent and beautiful to me, because the imagery of fantasy allows me to write certain kinds of sentences I enjoy writing, and finally, frankly, because I grew up reading a lot of science fiction and there are certain kinds of oddity that simply excite my imagination.

In The Illumination, there’s a beauty to suffering. Since everyone can see what is ailing even the strangers around them, pain is no longer a private and hidden option. It’s exposed and shimmers. Some teenagers even go so far as to deliberately cut themselves so they can see the light. Do you think pain is something that can be beautiful?

I don’t know. What I can tell you is that the book -whose working title was Wounds, until my editor and my agent convinced me that no one would buy a book called Wounds– investigates exactly that question: what if the world suddenly revealed that pain, disease, illness, and injury -all the uglinesses of the human body- were faceted with beauty, like jewels? What if our pain was the most beautiful thing about us? How would that change the way we perceived life and death and one another? How would it change the greater functions of society, or would it change them at all?

At one point in the book, you write: “Everyone had his own portion of pain to carry. At first, when you were young, you imposed it on yourself. Then, when you were older, the world stepped in to impose it for you. You might be given a few years of rest between the pain you caused yourself and the pain the world made you suffer, but only a few, and only if you were lucky.” Are we living in a society where pain is more prevalent than ever?

Honestly, I don’t know that our times are all that different from those that came before. I suspect that the world has always been composed of pain and pleasure, bliss and agony, contentment and discomfort, and in roughly the same proportions as it is today. More to the point, perhaps, before I wrote The Illumination, and while I was working on it, I myself was experiencing more pain -physical pain- and in a less remitting way than I had before. I used the fifth section of the book, Nina’s, to investigate my own encounters with illness: years and years of mouth ulcers that made it painful for me to talk, eat, drink, laugh, and smile. I tried to bring as much lucidity, accuracy, and honesty to Nina’s observations of her malady as I could, and although her story is not really my own, that one aspect of it is. You can consider all the self-pity, querulousness, and desperation she expresses a peculiarly intimate form of journalism.

Μια πρόταση από το βιβλίο, εικονογραφημένη στο πλαίσιο του πρότζεκτ Single Sentence Animations του Electric Literature:

She watched them flare and shimmer through their skin, their bones going off like bombs, every limb a magnificent firework of carbon, phosphorus, and calcium.

Κι ένα τραγούδι από το σάουντρακ του βιβλίου, όπως το κατέγραψε ο Μπροκμάιερ στο μπλογκ Largehearted Boy: το This Could Be My Last Day του Ντιουκ Σπέσιαλ (οι παλιοί θαμώνες του μπλογκ ίσως θυμάστε την δουλειά του Σπέσιαλ για το Book of Illusions του Πολ Όστερ – έγραφα σχετικά εδώ).

A Chronological List of Statements People Made to Me at the Iowa Writers’ Workshop, 1995-1997 | An Illustrated History of the View from Kevin Brockmeier’s Head | Περισσότερα ερωτικά γράμματα της μιας γραμμής στο λογαριασμό που έχει στηθεί για το βιβλίο στο τουίτερ και εδώ | O τίτλος του ποστ είναι φράση από το βιβλίο

[1] Πολλά πρόσφατα βιβλία χτίζονται με μια παρόμοια δομή διηγημάτων που συναποτελούν ένα μυθιστόρημα· πέρα από το Cloud Atlas του Ντέιβιντ Μίτσελ (μια ματριόσκα μυθιστορημάτων, με τον ήρωα του καθενός να διαβάζει με κάποιο τρόπο την ιστορία του προηγούμενου – θα μπορούσε επίσης στην ίδια κατηγορία να υπαχθεί και το ακόμα παλιότερο Ghostwritten του Μίτσελ), το Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν παρακολουθεί ένα πλήθος χαρακτήρων καθώς διασταυρώνονται στη σκιά της βόλτας του ακροβάτη Φιλίπ Πετί πάνω σε ένα σχοινί μεταξύ των Δίδυμων Πύργων· στο Great House της Νικόλ Κράους, ένα γραφείο λειτουργεί ως συνδετικό νήμα των ιστοριών ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών και καταβολών, ενώ κάθε κεφάλαιο του A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν λειτουργεί ως διήγημα που παρακολουθεί έναν διαφορετικό χαρακτήρα για να αφηγηθεί την ιστορία του κεντρικού ήρωα, που ξεκινάει πανκιό και καταλήγει μάνατζερ, και το The Imperfectionists του Τoμ Ράχμαν αφηγείται την γέννηση και την παρακμή μιας ιστορικής αγγλόφωνης εφημερίδας στη Ρώμη μέσα από τις ιστορίες διαφόρων εργαζομένων της, ακόμα και μιας αναγνώστριας· προσθέστε, επίσης, το Things We Didn’t See Coming του Στίβεν Άμστερνταμ, με τα διηγήματα-κεφάλαια να καταγράφουν επεισόδια από την ζωή του κεντρικού χαρακτήρα καθώς προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο μισοκατεστραμμένο από τον ιό της χιλιετίας· φυσικά, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα που ξεχνάω ή δεν έχω διαβάσει.

Memory distorts memory

It does not help, having a photo. I believe –I know– that photos have destroyed our memories. Every time we take a photograph, we forget to embed things in our minds, in our actual brain cells. The taking of the photograph gets us off the hook, in a way, from trying to remember. I’ll take a photo so I can remember this moment. But what you are actually doing is leaving it out of your brain’s jurisdiction and relying on Polaroids, Kodak paper, little disintegrating squares glued in albums. Easily lost or neglected in a box in your waterlogged garage. Or you bury it in some huge digital file, waiting to be clicked open. All you have done is postponed the looking, and so the actual engaging, until all you are left with is this second-generation memory, a memory of an event that is truly only a memory of a photograph of the event. It is not a real, deep memory. It is a fake, fleeting one, and your mind can’t even tell the difference.

Ντέινα Σπιότα, Stone Arabia

Δύο αδέλφια: ο Νικ και η Ντενίς. Εκείνος είναι προορισμένος για τη ζωή του καλλιτέχνη: συστηματικός, αποφασισμένος, μαθαίνει μόνος του κιθάρα. Δεν θα γίνει ποτέ του βιρτουόζος, θα ανακαλύψει όμως σύντομα ότι μπορεί να γράψει όμορφα τραγούδια. Εκείνη τον παρακολουθεί από μια πυρετική απόσταση, καταδικασμένη από νωρίς να πατά γερά στην πραγματικότητα που ο αδελφός της αποφεύγει.

Όταν οι ελπίδες του Νικ να κάνει τον πρώτο του δίσκο γκρεμίζονται, βάζει μπροστά ένα τεράστιο μουσικό πρότζεκτ, μεγαλύτερο από την ίδια του τη ζωή αφού πολύ απλά την περιέχει: φτιάχνει τον ένα δίσκο μετά τον άλλον μόνος του, (άλλοτε με μπάντες που αποτελούνται, στην πραγματικότητα, μονάχα από τον ίδιο,  άλλοτε σόλο) τους στέλνει σε συλλεκτικές, αριθμημένες χειροποίητες εκδόσεις σε ένα περιορισμένο κοινό που αποτελείται από την αδελφή του, την ανιψιά του, τις πρώην του, τους φίλους του, και καταγράφει μεθοδικά αποθεωτικές κριτικές, εξαιρετικά αρνητικές κριτικές, συνεντεύξεις που δεν δόθηκαν ποτέ έξω από τον κόσμο του μυαλού του – η απίθανη τεκμηρίωση μιας φανταστικής καριέρας που θα ολοκληρωθεί το 2004, με την κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ μιας επικής σειράς 20 πειραματικών δίσκων, το magnum opus του Νικ.

Όσο ο Νικ μεταμορφώνεται σε μουσικό αντίστοιχο του Χένρι Ντάρτζερ, η Ντενίς αντιμετωπίζει την πραγματική ζωή που εκείνος αγνοεί: την γεροντική άνοια που καταπίνει την μνήμη της μητέρας τους, τους φόβους της για τη δική της, φθίνουσα μνήμη και για την φθίνουσα υγεία του Νικ που εξακολουθεί να καπνίζει πολύ, να πίνει ακόμα περισσότερο και να αδιαφορεί για την ίδια του τη ζωή, εφόσον η ζωή του τον ενδιαφέρει πλέον μόνο ως τμήμα αυτού του τεράστιου έργου εν προόδω. Καθώς η κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου πλησιάζει, κι η κόρη της ετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για τον εκκεντρικό θείο, η Ντενίς παρακολουθεί εμμονικά ειδήσεις σε βαθμό που να μην μπορεί να ξεχωρίσει πού τελειώνει ο κόσμος και αρχίζει η ίδια , περνά ξάγρυπνα βράδια προσπαθώντας να κάνει διαγνώσεις για τη μητέρα της, τον εαυτό της και τον αδελφό της στο ίντερνετ, κι αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η ιστορία του αδελφού της φτάνει προς το τέλος.

Η Σπιότα για την καριέρα του Νικ, μια καριέρα που ανήκει σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, και την εμμονή του στην καταγραφή της – εμμονή που, όπως λέει, δεν είναι τόσο ασυνήθιστη τελικά:

Nik chooses writing – on top of recording music, he creates the Chronicles to document his (imagined) life in print.

Which is a novelistic impulse. I’m not a musician, so the actual making of the records to me is not as interesting as the making of the Chronicles, which feels like a book. [Writing one,] you’re immersed in your world and you’re in total control – except that then you do put it out there into the world, and you get a response, which is wonderful. [Nik] just has his sister as his response. Part of what the book is about is this idea of response. I relate also to the sister because my whole life I’ve had response – movies, books and music were always things that kept me going. That was my consolation; I had these things that saved me and made me feel OK. So [Denise], as a responder to his work, their relationship is deep and reciprocal, as artist and audience but also as sister and brother.

I’ve discovered, since I’ve published the book, that there are a lot of people that do not just the basement recordings, which you can imagine is very common, but also keeping fake liner notes and doing a journal and creating a sort of alternative reality. That seems to be less unusual than you would imagine.

It seemed very unusual.

It seemed very eccentric!

This question of artist and audience response – do you think a character like Nik could survive without his sister’s gaze?

I think there are some people who produce things in complete isolation, but most people have somebody who will listen to the CD they’ve made, or watch the movie they’ve made, or look at the painting they’ve made. Because in a way it’s self-preservation. Maybe there’s some narcissism to it; maybe there’s some perversity to it, but [Nik] has found a way to be whole, have his integrity, in the face of what are not great conditions. I think it’s harder than ever to be an artist. I think that you end up, especially as a middle-aged person, you pay such big consequences for saying, I’m just going to devote my life to making art, or I’m going to devote my life to writing novels. You end up with no resources.

Το βιβλίο της Σπιότα (εδώ ένα απόσπασμα) παίζει με την αφοσίωση του καλλιτέχνη στο έργο του, τις οικογενειακές σχέσεις, το πέρασμα του χρόνου και τη σύγχυσή μας απέναντι σε έναν κόσμο που μας βομβαρδίζει με εικόνες, με ιστορίες, με αλλαγές και χάος, και προσφέρεται για παράλληλο διάβασμα με το A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν.

You can go back forever to grab a context for a brother and sister. And even then the backward glance is distorted by the lens of the present. The further back, the greater the distortion. It is not just that emotions distort memory. It is that memory distorts memory, if that makes any kind of sense.

There’s a kind of poetry to the fragmentation

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα (και πολυσυζητημένα) κεφάλαια του A Visit from the Goon Squad της Τζένιφερ Ίγκαν είναι γραμμένο σαν παρουσίαση στο PowerPoint:

Great Rock and Roll Pauses

[Υ]our new novel begins with a Xanax-popping kleptomaniac, and ends with the fragmentation of language, with babies communicating via scary handheld gizmos and “people who stopped being themselves without realizing it.”

Even though I would be sad if all communication were reduced to the kind of T-ing I was creating, one thing that struck me was that there’s a kind of poetry to the fragmentation. That’s also the case with the PowerPoint chapter. Initially, I thought, I really want to write fiction in PowerPoint, but I also thought, it’s kind of sad that I want to write fiction in PowerPoint. But in fact, while I was using PowerPoint, I found that there was a kind of beauty to writing that way that was distinct from conventional fiction, and that I really believed in and enjoyed. While I have a kind of dread about where the culture is going, I feel like when I engage with the forces I dread in fiction I often end up finding more value in them than I expected to, intellectually.

Η συνέντευξη συνεχίζεται κι αυτή υπό μορφή παρουσίασης στο Powerpoint: