Δια/γράφοντας

Ωροσκόπιο σύμφωνα με το μαρκαδοράκι του Όστιν Κλίον:

sagittarius horoscopecapricorn horoscopeaquarius horoscopepisces horoscopearies horoscopetaurus horoscopegemini horoscopecancer horoscopeleo horoscopevirgo horoscopelibra horoscopescorpio horoscope

Η ιδέα είναι απλή: επίθεση με μαρκαδοράκι στα ζώδια της εφημερίδας. Ο Κλίον κρατάει μόνο τις φράσεις που τον ενδιαφέρουν, δημιουργώντας κάτι καινούργιο. Με την ίδια τεχνική γράφει και ποιήματα, όπως το  Let Us Go On που ακολουθεί:

Austin Kleon

Ο Κλίον οδηγήθηκε σε αυτή την τεχνική εντελώς τυχαία: πάλευε να γράψει, αλλά οι λέξεις δεν έρχονταν. Σκέφτηκε, λοιπόν, να χρησιμοποιήσει τις λέξεις των άλλων – λέξεις τυπωμένες στις εφημερίδες που είχε αφήσει στο σπίτι η κοπέλα του. Το πείραμα του άρεσε και άρχισε να ανεβάζει τα ποιήματά του στο ίντερνετ. Από τα σχόλια των αναγνωστών έμαθε ότι την τεχνική που νόμιζε ανακάλυψή του την είχαν ανακαλύψει κι άλλοι πριν από αυτόν, αλλά δεν πτοήθηκε.

Περισσότερα ποιήματα του Όστιν Κλίον, αλλά και σκίτσα του, μπορείτε να δείτε στο σάιτ του. Eδώ μπορείτε να δείτε για το βιβλίο του, το Newspaper Blackout (Harper Perennial, 2010), μια συλλογή ποιημάτων γραμμένων με αυτή την τεχνική του σβησίματος – ποιήματα που σε προκαλούν να τα τυπώσεις σε αφίσες.

Κάτι αντίστοιχο κάνει και ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ στο νέο του βιβλίο, το Tree of Codes (Visual Editions, 2010): ο Φόερ πήρε ένα πολύ αγαπημένο του βιβλίο, το Street of Crocodiles του Μπρούνο Σουλτζ (η ελληνική μετάφραση, Τα μαγαζιά της κανέλας, κυκλοφόρησε από τη Νεφέλη το 1988) και έκοψε -στην κυριολεξία- διάφορες λέξεις και προτάσεις από τις σελίδες του, δημιουργώντας μια καινούργια αφήγηση χωρίς να γράψει ούτε λέξη. Αποτέλεσμα, ένα κείμενο που είναι αδύνατον να διαχωριστεί από το ίδιο το φυσικό αντικείμενο βιβλίο που το περιέχει (και ένας τυπογραφικός άθλος):

Τα κοψίματα δίνουν την αίσθηση του βάθους, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η αφήγηση συγκροτείται από τις λέξεις όχι μόνο της πάνω σελίδας, αλλά και των επόμενων, πράγμα που συμβάλλει σε μια τελείως διαφορετική αναγνωστική εμπειρία (για να καταφέρεις να το διαβάσεις χωρίς αυτή την αίσθηση, χωρίς να ψάχνεις συσχετισμούς με τις λέξεις που διακρίνεις στις επόμενες σελίδες, μπορείς να βάλεις μια κόλλα χαρτί κάτω από τη σελίδα που διαβάζεις κάθε φορά).

Στο βίντεο που ακολουθεί, αντιδράσεις στο πρώτο ξεφύλλισμα του βιβλίου:

Φυσικά, και τα δύο βιβλία λειτουργούν σαν υπενθύμιση του ότι τίποτε δεν γράφεται στο κενό: κάθε καινούργιο κείμενο κουβαλά, είτε το ομολογεί, είτε όχι, ένα σωρό άλλα κείμενα, χωρίς τα οποία θα ήταν αδύνατον να γραφτεί.

Αντίστοιχες δουλειές υπάρχουν πάμπολλες. Δείτε, για παράδειγμα, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.

Το μισό μιας ιστορίας

Αυτές τις μέρες έχω αναλάβει να μεταφέρω τη συλλογή γραμματοσήμων του πατέρα μου απ’ το παλιό άλμπουμ (του 1967, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος στην πρώτη σελίδα) στο καινούργιο. Είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή της – θα έλεγα ότι κι ο πατέρας μου την είχε ξεχάσει, αν δεν υπήρχε ένα γραμματόσημο του 2008 χωμένο ανάμεσα στ’ άλλα ν’ αποδεικνύει το αντίθετο.

Εργάτης στη Γερμανία (ίσως, λέω εγώ, παιδί του φίφτι φίφτι όπως ο ήρωας του Διπλού Βιβλίου του Χατζή – μα πάλι ίσως όχι), ο πατέρας μου κρατούσε τα γραμματόσημα απ’ τα γράμματα των δικών του, αλλά κι όσα του έδιναν συνάδελφοι και φίλοι απ’ τα γράμματα που λάβαιναν.  (Τον φαντάζομαι να κοιτάζει με λαχτάρα τα γράμματα των φίλων του· τον φαντάζομαι να ζητά από γνωστούς κι αγνώστους ένα γραμματόσημο, περίπου όπως η ηρωίδα του Φόερ στο Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά ζητά απ’ όλους να της γράψουν ένα γράμμα). Κάθε γραμματόσημο έχει μια ιστορία και μια άκρη της φτάνει μέχρι τον πατέρα μου που το βάζει στο άλμπουμ: τούρκικα γραμματόσημα, ισπανικά, πορτογαλικά, ιρανικά, αργεντίνικα. (Ένα από τα γραμματόσημα που μου αρέσουν περισσότερο είναι βιετναμέζικο.)

Υπάρχουν γραμματόσημα απ’ την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, την Ισπανία του Φράνκο –ολόκληρες σελίδες γεμάτες γραμματόσημα με το πορτρέτο του Φράνκο–, τη Γερμανία του Χίτλερ, πολλά από την Ελλάδα της επταετίας και κάποια από την Ελλάδα του Μεταξά. Ακόμα, ελβετικά γραμματόσημα με τη σφραγίδα απ’ το Πεσταλότσι να διακρίνεται πεντακάθαρα. Γραμματόσημα απ’ τη Νιγηρία, απ’ τη Γκάνα, απ’ το Μαρόκο, απ’ την Αλγερία, απ’ την Τυνησία. Γραμματόσημα απ’ τους Ολυμπιακούς του 1964 στο Τόκιο, για τους οποίους δεν έχω ιδέα· μαθαίνω από τη Wikipedia ότι τη φλόγα την άναψε ο Γιοσινόρι Σακάι, γεννημένος στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου του 1945, τη μέρα που οι Αμερικάνοι έριξαν την ατομική βόμβα – κι αυτό είναι το μοναδικό που μου κάνει εντύπωση από τους Ολυμπιακούς του 1964· γραμματόσημα από τους Ολυμπιακούς του 1968 στο Μεξικό, και δεν χρειάζεται να κοιτάξω στη Wikipedia για να θυμηθώ τις υψωμένες γροθιές του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος, και τη σφαγή στην πλατεία Τλατελόλκο – μόλις χθες διάβαζα γι’ αυτήν στους Άγριους Ντετέκτιβ του Μπολάνιο (η αφήγηση της Αουξίλιο, της μητέρας της μεξικανικής ποίησης): προφανώς, προσπαθώ να ενώσω κουκίδες και να φτιάξω μια ιστορία στη θέση της ιστορίας (των ιστοριών) που δεν θ’ ακούσω, δεν θα διαβάσω.

Ο πατέρας μου κοιτάζει τα δάχτυλά μου καθώς γυρίζω τις σελίδες κι ακουμπώ τα ίχνη των ιστοριών (ποιες απ’ αυτές θυμάται;) με τρόμο μήπως κάτι ακουμπήσω αδέξια, μήπως κάτι καταστρέψω. Τελικά σηκώνεται και φεύγει· φαντάζομαι αποφεύγει όχι μόνο τον φόβο της καταστροφής, αλλά και τον φόβο των ερωτήσεων έτσι.

Βλέπω τα γραμματόσημα σα σπαράγματα αφηγήσεων. Για να τα κάνω δικά μου, για να αισθανθώ ότι υπάρχει ένα κομμάτι αυτών των ιστοριών που με περιέχει, τα βάζω μαζί με τις δικές μου αφηγήσεις, τα φωτογραφίζω με τα βιβλία που διαβάζω τώρα και με το χειρόγραφο-τέρας που προχωρεί: είναι ένας τρόπος να συναντηθούν οι ιστορίες ενός πατέρα και μιας κόρης.

Τα όρια των λέξεων

JonathanSafran FoerΌταν ο (γεννημένος το 1977) Τζόναθαν Σάφραν Φόερ πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το Everything is Illuminated, δίχασε: από τη μία, ενθουσιασμός –εκφρασμένος και από σπουδαίους γραφιάδες, όπως ο Απντάικ και ο Ρουσντί–, από την άλλη δυσπιστία: τι ήταν αυτό το μυθιστόρημα; Ένα ολοκληρωμένο, παρά τη νεαρή ηλικία του δημιουργού του, ιδιοφυές οικοδόμημα, ή μήπως πύργοι στην άμμο ενός παιδιού, οπωσδήποτε ιδιοφυούς, αλλά που ακόμα παίζει με τα κουβαδάκια του – απαιτώντας να θαυμάσουμε το παιχνίδι του σαν να ήταν πραγματικό έργο;

Τo Everything is Illuminated (που γυρίστηκε και ταινία, με τον Ελάιτζα Γουντ και τον Γιουτζίν Χατζ των Gogol Bordello) μ’ ένα λόγο αξιοποιούσε τεχνικές και τεχνάσματα με τρόπο που σε κάποιους φάνηκε επιτηδευμένος κι εξυπνακίστικος, πυροτέχνημα εντυπωσιασμού. Εντέλει όμως δεν ήταν: απόδειξη, το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα, κι αυτό πριν καν φτάσει τα τριάντα: το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά (Extremely Loud & Incredibly Close) του 2005, που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι, σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά είναι ένα μυθιστόρημα για την 11η Σεπτεμβρίου, ένα θέμα που νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περίμενε κανείς άρχισε να αποτυπώνεται στην κουλτούρα, τόσο την αμερικάνικη, όσο και την παγκόσμια· προηγήθηκε, μάλιστα, σχετικών έργων από συγγραφείς πιο έμπειρους και καταξιωμένους, όπως ο Ντον ΝτεΛίλο, η Σίρι Χούστβεντ και ο Πολ Όστερ (Falling Man, The Sorrows of an American και Man in the Dark, αντίστοιχα).

Σε μια κίνηση που τον διαφοροποιεί από τους προαναφερθέντες, ο Φόερ επιλέγει να παρακολουθήσει την ιστορία του μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού, του εννιάχρονου Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι ένα πανέξυπνο, γεμάτο φαντασία παιδί. Δηλώνει ντετέκτιβ, συλλέκτης, χορτοφάγος, εφευρέτης κι ένα σωρό άλλα πράγματα· λύνει τις απορίες του ψάχνοντας στο Google, ντύνεται μόνο στα λευκά και κυκλοφορεί παίζοντας ένα ντέφι για να ηρεμεί – μια επιλογή που, σε συνδυασμό με το όνομα του μικρού ήρωα, φέρνει στο νου το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας. Οι επινοήσεις του Όσκαρ (όπως ασθενοφόρα που προβάλλουν στους ασθενείς τα παρηγορητικά λόγια των περαστικών, γνωστών και αγνώστων, αλλά και στους περαστικούς μηνύματα για την πορεία της υγείας των ασθενών) είναι εντυπωσιακές μέσα στην παιδικότητά τους· όμως όλ’ αυτά περιστρέφονται γύρω από εκείνη τη μέρα: γιατί ο Όσκαρ είναι, επίσης, ένα βαθιά πληγωμένο παιδί. Ο πατέρας του βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου· γυρνώντας στο σπίτι νωρίτερα, ο Όσκαρ άκουσε ένα προς ένα τα μηνύματα που ο παγιδευμένος άντρας άφηνε στον τηλεφωνητή του σπιτιού του λίγο πριν το τραγικό τέλος του. Γιατί δεν σήκωσε ο Όσκαρ τ’ ακουστικό για ν’ ανταλλάξει δύο τελευταία λόγια με τον πατέρα του; Γιατί ο πατέρας του δεν φρόντισε να διαβεβαιώσει σ’ αυτά τα μηνύματα τους δικούς του ότι τους αγαπά; Ο Όσκαρ αντικαθιστά τη συσκευή του τηλεφωνητή με μιαν άλλη· κρύβει την παλιά στα πράγματά του για να προστατεύσει τη μητέρα του απ’ αυτά τα μηνύματα, όμως ποιος θα προστατεύσει τον ίδιο;

Ένα χρόνο αργότερα, ο Όσκαρ εμποδίζει τη μητέρα του να συνάψει νέους δεσμούς, φοβούμενος ότι ψάχνει έναν αντικαταστάτη του πατέρα του· κι ενώ η πολυαγαπημένη του γιαγιά μοιάζει να οδεύει προς την τρέλα (επικαλείται την παρουσία ενός νοικάρη –που ούτε ο εγγονός, ούτε η νύφη της έχουν δει ποτέ– στο σπίτι της), ο μικρός ανακαλύπτει στα πράγματα του πατέρα του ένα κλειδί μέσα σ’ έναν φάκελο που γράφει Μπλακ, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει τόσο το χρώμα (μαύρο) όσο κι ένα επώνυμο (Μαύρος). Ο Όσκαρ καταλήγει ότι πρόκειται για επώνυμο, και ξεκινά μια συναρπαστική αναζήτηση όλων των Μπλακ της Νέας Υόρκης, για ν’ ανακαλύψει ποια κλειδαριά ανοίγει το κλειδί.

Η επιλογή του Φόερ ν’ αφηγηθεί την ιστορία μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού απογειώνει το μυθιστόρημα, δίνοντάς του μια παιγνιώδη διάθεση (υπάρχουν αποσπάσματα που είναι οδυνηρά αστεία, άλλα που είναι οδυνηρά τρυφερά· υπάρχουν, τέλος, και αρκετές σπαρακτικές στιγμές) και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για να ξεδιπλωθεί μια οργιαστική, απολαυστική φαντασία: ένας ύμνος στη Νέα Υόρκη, αλλά και σε ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν (ή δεν είναι αρκετές)

Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντάΥπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο, σε αξιοσημείωτη αρμονία με την πρώτη: η ιστορία της γιαγιάς και του παππού του Όσκαρ, ανθρώπων που ξεβράστηκαν στην Αμερική μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, κουβαλώντας τις δικές τους πληγές. Ο παππούς, συνονόματος του εγγονού, φτάνοντας στις ΗΠΑ έχασε, λέξη τη λέξη, τη δυνατότητα της ομιλίας· κατέληξε να κυκλοφορεί μ’ ένα τετράδιο μόνιμα στο χέρι, όπου έγραφε μικρές φράσεις για να μπορεί να επικοινωνήσει.

Ο γάμος αυτών των δύο ήταν εξαρχής ένας συμβιβασμός: χτίστηκε πάνω στον πόνο, και σε συμφωνίες, οι περισσότερες άρρητες, που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μια πολύ εύθραυστη ισορροπία. Το διαμέρισμα του ζευγαριού έγινε ένας χάρτης όπου το υπαρκτό συνόρευε με νεκρές ζώνες, για τις οποίες από ένα σημείο κι έπειτα δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των συζύγων. Ώσπου η γυναίκα σπάει την πιο σημαντική συμφωνία, τη συμφωνία με την οποία έγινε ο γάμος εξαρχής: το να μην κάνουν παιδιά. Μένει έγκυος, κι ο άντρας εγκαταλείπει αυτήν και τον αγέννητο ακόμα γιο του.

Η περιγραφή των σχέσεων του ζευγαριού, του τρόπου με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να διαμορφώσουν τον αναγκαίο γι’ αυτούς συμβιβασμό, είναι έξοχη· το αποκορύφωμά της είναι το τηλεφώνημα του γέρου πια Όσκαρ Σελ στη γυναίκα του: ανίκανος να μιλήσει, ο Σελ απλώς πατάει τα κουμπιά της συσκευής που αντιστοιχούν στα γράμματα που του χρειάζονται για να συγκροτήσει τις λέξεις του – ολόκληρες σελίδες γεμάτες αριθμούς, κι ωστόσο πλήρεις νοήματος, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου οι σιωπές, η ανεπάρκεια των λέξεων, έχουν κεντρικό ρόλο (γι’ αυτό και είναι κρίμα που η ελληνική έκδοση κρατά απ’ τις σελίδες των αριθμών μονάχα μία παράγραφο, μειώνοντας την επίδρασή τους).

Όπως πλήρεις νοήματος είναι οι φωτογραφίες που χρησιμοποιεί ο Φόερ για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του, ακόμα και οι λευκές σελίδες εντός του κειμένου – ή, αντίθετα, οι σελίδες όπου οι λέξεις πυκνώνουν τόσο, ώστε καταλήγουν στο απόλυτο μαύρο. Τεχνάσματα που εξυπηρετούν πλήρως την αφήγηση, με κορυφαία στιγμή την κατάληξη του μυθιστορήματος, με μια σεκάνς φωτογραφιών ενός jumper (όπως ονομάστηκαν στις ΗΠΑ οι απελπισμένοι που προσπάθησαν να ξεφύγουν από την κόλαση των Δίδυμων Πύργων βουτώντας στο κενό) βαλμένη σε αντίστροφη χρονική σειρά: σαν να υπήρχε τρόπος, λέγοντας την ιστορία, να γυρίσεις το χρόνο προς τα πίσω, να ξε-κάνεις αυτό που έχει ήδη συμβεί, και να κρατήσεις αυτόν τον άνθρωπο ζωντανό.

Γιατί το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω σ’ έναν βασικό διχασμό: από τη μία, η πίστη στην αφήγηση κι από την άλλη, η αμφισβήτησή της. Αρκούν οι λέξεις για να μπορέσεις να φανερώσεις μια ιστορία, να φωτίσεις τα σκοτάδια της, να επικοινωνήσεις, εντέλει, με τον άλλον; Όχι. Κι ωστόσο, έχεις ανάγκη τις λέξεις –τις βαθιά ανεπαρκείς λέξεις, συγκροτημένες μέσα στο ψευδές οικοδόμημα της αφήγησης- για να διασώσεις κάτι ελάχιστο.

*Μια συντομευμένη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 501, Νοέμβριος 2009). Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ για το Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά: 1, 2, 3, 4. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ένα δοκίμιο υπέρ της χορτοφαγίας με τίτλο Eating Animals, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις αρχές Νοεμβρίου.

JonathanSafran Foer

Our lives are like skyscrapers

Διαβάζω_501Στο τεύχος Νοεμβρίου του περιοδικού Διαβάζω που μόλις κυκλοφόρησε, ανάμεσα σε πολλά ενδιαφέροντα -όπως το αφιέρωμα στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο-, δημοσιεύεται κι ένα κείμενό μου (κι αυτό, ελπίζω, ενδιαφέρον) για το μυθιστόρημα Extremely Loud & Incredibly Close του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. (Η ελληνική μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου, Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά, κυκλοφορεί εδώ και μερικές μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.)

Το σάιτ του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ είναι εδώ. Μερικές συνεντεύξεις του για το βιβλίο: Penguin | BookPage | The Morning News. Και παρακάτω  ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ μιλά για το Extremely Loud & Incredibly Close σε μια βόλτα του στη Νέα Υόρκη:

“I thought about all the things that everyone ever says to each other, and how everyone is going to die, whether it’s in a millisecond, or days, or months, or 76.5 years, if you were just born. Everything that’s born has to die, which means our lives are like skyscrapers. The smoke rises at different speeds, but they’re all on fire, and we’re all trapped”.

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Extremely Loud & Incredibly Close