Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία

Στο τελευταίο μυθιστόρημα που έβγαλε ο Ζοζέ Σαραμάγκου πριν μας αποχαιρετήσει, με τίτλο Κάιν (2009, η όμορφη -όπως πάντα- μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά μόλις κυκλοφόρησε από τον Καστανιώτη), ο συγγραφέας επιστρέφει στη Βίβλο και την ανακατώνει με διαβολεμένο κέφι, για να πει, με τον δικό του τρόπο, την ιστορία του πρώτου φονιά, που μάλλον δεν είναι ο Κάιν αλλά ο Θεός ο ίδιος.

Ελάχιστα πράγματα μένουν όρθια στις λιγότερες από εκατόν πενήντα σελίδες του βιβλίου, με τον Κάιν (και φυσικά, τον αναγνώστη) να μεταφέρεται, χωρίς αναπνοή, από το ένα μέρος στο άλλο, από τον ένα χρόνο στον άλλο, από τη θυσία του Αβραάμ στα Σόδομα και τα Γόμορρα κι αποκεί στην Κιβωτό του Νώε. Το βιβλίο βρίθει αναχρονισμών, τυπικών εξάλλου στον Σαραμάγκου, και ο συγγραφέας έχει πλήρη συνείδησή τους, τις διασκεδάζει μάλιστα (όπως φαίνεται, εξάλλου, να διασκεδάζει τη συγγραφή του βιβλίου). Λιγότερο από το να αποδώσει χαρακτήρες ή να υποταχτεί σε μια λογική αφηγηματική σειρά, να αποζητήσει τη συνοχή, τον ενδιαφέρει να παρουσιάσει έναν τυραννικό, παράλογο Θεό, έναν Θεό που τιμωρεί αθώους και ένοχους χωρίς διακρίσεις, έναν Θεό που με τα λόγια του Κάιν δεν αξίζει τον κόπο να υπάρχει, και τη βιβλική αφήγηση σχεδόν ως φαρσοκωμωδία πνιγμένη στο αίμα.

Το βιβλίο, γεμάτο απολαυστικό χιούμορ, μοιάζει να έχει γραφτεί με βιασύνη, σχεδόν την ίδια με την οποία περνάει η αφήγηση από το ένα επεισόδιο στο άλλο· η βιασύνη του υπερήλικα συγγραφέα που ξέρει ότι ο θάνατος είναι κοντά, μπορεί να πει κανείς, όμως το σπινθηροβόλο πνεύμα του Σαραμάγκου είναι παντού μέσα στις σελίδες του, και φυσικά στη διαμάχη του Κάιν με τον Θεό μπορούμε να δούμε τον ίδιο τον συγγραφέα ως Κάιν – κάτι που δίνει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ένα πολύ διαφορετικό χρώμα, τώρα που ο Σαραμάγκου έχει πεθάνει. Δεν είναι το καλύτερο έργο του, είναι όμως μια χιουμοριστική σύνοψη μιας συνεπούς στάσης απέναντι στη θρησκεία – μια διαθήκη αθεΐας, εξαιρετικά ευχάριστη στο διάβασμα.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, Θεός και Κάιν μιλούν αμέσως μετά τον φόνο του Άβελ:

Θέλησα να σε δοκιμάσω, Και ποιος είσαι εσύ για να δοκιμάζεις αυτό που δημιούργησες, Είμαι ο υπέρτατος άρχων όλων των πραγμάτων, Και όλων των όντων, θα πεις, όχι όμως δικός μου και της ελευθερίας μου, Ελευθερία για να σκοτώνεις, Όπως εσύ ήσουν ελεύθερος να επιτρέψεις να σκοτώσω τον άβελ ενώ ήταν στο χέρι σου να το αποτρέψεις, αρκεί για μια στιγμή να είχες εγκαταλείψει το ματαιόδοξο αλάθητο που μοιράζεσαι με όλους τους άλλους θεούς, αρκεί για μια στιγμή να ήσουν πραγματικά ευσπλαχνικός, να δεχόσουν την προσφορά μου με ταπεινότητα, απλώς και μόνο γιατί δεν έπρεπε να τολμήσεις να την αρνηθείς, οι θεοί, κι εσύ όπως όλοι οι άλλοι, έχετε υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους που λέτε πως δημιουργήσατε, Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος, Πιθανόν να είναι, σε διαβεβαιώ όμως πως, αν ήμουν θεός, κάθε μέρα θα έλεγα Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία γιατί σε αυτούς ανήκει η βασιλεία της γης, Ιεροσυλία, Μπορεί, πάντως μεγαλύτερη από τη δική σου δεν είναι, που επέτρεψες να πεθάνει ο άβελ, Εσύ τον σκότωσες, Ναι, είναι αλήθεια, εγώ ήμουν το εκτελεστικό όργανο, αλλά η καταδίκη υπαγορεύτηκε από σένα, Το αίμα που βρίσκεται εδώ δεν το έχυσα εγώ, ο κάιν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στο κακό και στο καλό, αφού επέλεξε το κακό θα το πληρώσει, Όσο κλέφτης είναι αυτός που μπαίνει στο αμπέλι άλλο τόσο είναι κι αυτός που φυλάει τσίλιες, είπε ο κάιν, Και το αίμα αυτό απαιτεί εκδίκηση, επέμεινε ο θεός, Αφού είναι έτσι, θα εκδικηθείς ταυτόχρονα έναν πραγματικό θάνατο κι έναν που δεν έχει ακόμα γίνει, Εξηγήσου, Δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις, Μη σε νοιάζει εσένα, μίλα, Είναι απλό, σκότωσα τον άβελ, γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω εσένα, στην πρόθεση είσαι νεκρός.

*Πρώτη δημοσίευση στο Acid Art.

Τι θα γινόταν αν…;

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο Δρόμο του Σαββάτου, 26 Ιουνίου, με εικονογράφηση του Κάρλος Λατούφ, και στο AcidArt.

Κάποιους κατάφερε να τους ξεγελάσει ότι θα ζούσε για πάντα, μορφή σκαλισμένη στην πέτρα, ο ίδιος όμως ήξερε ότι του απόμενε ελάχιστος χρόνος ακόμα – ήταν, άλλωστε, κοντά 90 χρόνων. Κι έπειτα, στις 18 Ιούνη, ανακοινώθηκε ότι πέθανε. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου ήταν για πολλούς αναγνώστες ένας αγαπημένος, πανούργος παραμυθάς παππούς, και ταυτόχρονα ένας προφήτης των τρόμων που περιμένουν την ανθρωπότητα, αν δεν αλλάξουμε δρόμο· κι ήταν, ακόμα, ένας άνθρωπος που δεν μασούσε τα λόγια του, έριχνε φαρμακερά βέλη κατά της εκκλησίας, κατά των καταπιεστών, και υπεράσπιζε με πάθος ό,τι θεωρούσε σωστό.

Αν κάτι είναι πολύ γνωστό για τον Σαραμάγκου –εκτός από τις αιχμηρές δηλώσεις του, τη δηλωμένη αθεΐα του και τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις– είναι ότι υπήρξε ουσιαστικά αυτοδίδακτος: αναγκάστηκε ν’ αφήσει το σχολείο από νωρίς και να μάθει μια τέχνη για να ζήσει. Η αγάπη του για τα βιβλία όμως επέζησε και, μετά από ένα ξεχασμένο ντεμπούτο στα εικοσιπέντε του κι ένα ασυνήθιστα μεγάλο διάστημα κατά το οποίο δεν έγραφε γιατί απλούστατα δεν είχε τι να πει, επέστρεψε στη συγγραφή, σχεδόν εξήντα χρόνων πια, κι έδωσε σπουδαία έργα, κερδίζοντας το Νόμπελ το 1998, χωρίς, στη συνέχεια, να επαναπαυτεί στις δάφνες του: αγωνιζόταν κι έγραφε μέχρι το τέλος.

Ίσως γιατί δεν ξέχασε ποτέ την ταπεινή καταγωγή του, παρά την κουβαλούσε σαν παράσημο, αναγνωρίζοντας ότι αυτή τον διαμόρφωσε: αυτός ο Σαραμάγκου υπήρξε όπως υπήρξε, ακριβώς γιατί ήταν φτωχός. Η οικογένειά του, ακτήμονες χωρικοί στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας, είχαν μόνο εισόδημα τα γουρούνια που έτρεφαν. Τις κρύες νύχτες, ο παππούς κι η γιαγιά έπαιρναν τα πιο αδύναμα γουρουνάκια μαζί τους στο κρεβάτι για να μην τα σκοτώσει η παγωνιά. Κάποια άλλα βράδια, ο παππούς («ο πιο σοφός άνθρωπος που γνώρισα», είπε γι’ αυτόν ο συγγραφέας) έλεγε στον εγγονό του ιστορίες κάτω από μια συκιά – κι όταν κατάλαβε πως ο θάνατος ήταν κοντά, αποχαιρέτησε ένα-ένα τα δέντρα του αγκαλιάζοντάς τα. Αυτή η φτωχική και μεγαλειώδης ταυτόχρονα παιδική ηλικία (την κατέγραψε στο αυτοβιογραφικό Μικρές Αναμνήσεις) καθόρισε το βλέμμα του Σαραμάγκου, κι ο αφοσιωμένος αναγνώστης μπορεί ν’ αναγνωρίσει τα ίχνη της σχεδόν σε κάθε του βιβλίο. Κάπως έτσι μπόρεσε να βάλει την αγαθή σοφία του χωρικού δίπλα στις αναζητήσεις του διανοούμενου, όπως έγραψε γι’ αυτόν η κριτική.

«Θα ήθελα», είπε κάποτε, «να με βλέπετε σαν κάποιον που με τον καιρό εξελίχθηκε σε συγγραφέα, έναν συγγραφέα, με τη σειρά του, που με τη βοήθεια τόσο της γνώσης, όσο και της επιδεξιότητας που απέκτησε, κατέληξε να επιστρέψει στο χώμα τη χούφτα τα κουκούτσια που μάζεψε στη ζωή, με την ιδέα ότι η ανανέωση της σοδειάς μπορεί να γίνει μόνο μέσω της ανανέωσης των διαφορετικών γενεών και των εμπειριών τους, όπως και της ζωντανής σύγκρουσης μεταξύ των έργων του χθες και των έργων του σήμερα. Aπό το ίδιο το δέντρο που έριξε τα φύλλα του φυτρώνουν οι καινούργιες φύτρες.»

Όλο το έργο του Σαραμάγκου μπορεί κανείς να το δει σαν εξερεύνηση μιας πιθανότητας κόντρα σ’ αυτό που (έχουμε μάθει να) θεωρούμε πραγματικό, αδιαμφισβήτητο. Έργο που βλέπει ταυτόχρονα παρελθόν και μέλλον, σκληρό και μάλλον απαισιόδοξο –μα αυτός ο κόσμος, αν αλλάξει, θ’ αλλάξει απ’ τους απαισιόδοξους, έλεγε–, αλλά βαθιά ανθρώπινο, με οργιαστική φαντασία και χιούμορ, με χειμαρρώδη λόγο, εντελώς χαρακτηριστική στίξη και το ερώτημα «Τι θα γινόταν αν…;» σε κεντρική, πάντα, θέση: Τι θα γινόταν αν ένας ετερώνυμος του Πεσσόα επιζούσε του δημιουργού του κι επέστρεφε στην Ευρώπη, όπου ήδη απλωνόταν ο ναζιφασισμός (Τη χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις); Τι θα γινόταν αν ένας ταπεινός επιμελητής πρόσθετε ένα δεν σ’ ένα βιβλίο ιστορίας, αλλάζοντας την αφήγηση ενός πασίγνωστου γεγονότος (Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας); Τι θα γινόταν αν η Ιβηρική Χερσόνησος κοβόταν από την Ευρώπη και άρχιζε να ταξιδεύει στον Ατλαντικό (Η Πέτρινη Σχεδία); Και, σε μεταγενέστερα έργα, αλληγορίες που αφορούν την ανθρωπότητα συνολικά: Τι θα γινόταν αν μια μέρα ξεσπούσε μια επιδημία τύφλωσης (Περί τυφλότητος); Αν οι περισσότεροι κάτοικοι μιας πόλης ψήφιζαν λευκό στις εκλογές και, παρακάμπτοντας τους πολιτικούς, προσπαθούσαν να οικοδομήσουν μια αυτόνομη κοινωνία αλληλεγγύης (Περί φωτίσεως);

Οι δικοί του θρηνούν τον άνθρωπο Σαραμάγκου· τις χειρονομίες του που δεν θα ξαναδούν, τη φωνή που δεν θα ξανακούσουν, όλα τα μικρά και μεγάλα που συγκροτούν έναν άνθρωπο. Οι υπόλοιποι, οι αναγνώστες του, αποχαιρετάμε την εντελώς προσωπική μας αφήγηση του συγγραφέα όπως τον φανταστήκαμε· κρατάμε τις ιστορίες, αυτά τα τόσο γόνιμα «Τι θα γινόταν αν…;» και τους δίνουμε τη δική μας συνέχεια.

*Το τελευταίο βιβλίο του Σαραμάγκου που κυκλοφόρησε στα ελληνικά είναι Tο Τετράδιο, μια συλλογή άρθρων από το μπλογκ του (Καστανιώτης, 2010), ενώ αναμένεται η έκδοση του τελευταίου μυθιστορήματός του με τίτλο Κάιν.

Αποχαιρετισμός

Στα 87 του υποκλίθηκε κι έφυγε. Άφησε πίσω του βιβλία που θα ζήσουν πολύ περισσότερο απ’ αυτόν. Νιώθω πολύ τυχερή που συναντήθηκα μαζί τους, και πολύ άτυχη που δεν θα ζήσω ξανά την αγωνία  της αναμονής ενός καινούργιου βιβλίου του.

Στο μυαλό ενός αντιρρησία συνείδησης

Στο τεύχος Ιανουαρίου του περιοδικού Διαβάζω που κυκλοφορεί, προσπαθώ κάτι μάλλον ακατόρθωτο: να συνοψίσω την εκπληκτική λογοτεχνική πορεία ενός πολύ αγαπημένου μου γραφιά, του Ζοζέ Σαραμάγκου. Το αφιέρωμα, με γενικό τίτλο Στο μυαλό ενός αντιρρησία συνείδησης, περιλαμβάνει τα κείμενα: Ο άθεος προφήτης, Η δεύτερη γέννηση του συγγραφέα, Διορθώνοντας την ιστορία και Το σκοτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, και κλείνει με το Αυτός με το μούσι είναι ο Θεός, ο άλλος είναι ο Διάβολος, ένα εκτενές κείμενο του Χάρολντ Μπλουμ για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, με τίτλο Cain, μια επιστροφή του συγγραφέα στη βιβλική αφήγηση (όπως μαρτυρά ο τίτλος του, το βιβλίο είναι η σαραμαγκική εκδοχή της ιστορίας του Κάιν), κυκλοφόρησε στα τέλη του 2009. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί (από τον Οκτώβριο του 2009) Το Ταξίδι του Ελέφαντα, σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά. Για τον συγγραφέα δείτε επίσης εδώ και εδώ (αν είστε από τους τυχερούς που ξέρουν πορτογαλικά).