The Mother


The girl wrote a story. “But how much better it would be if you wrote a novel,” said her mother. The girl built a doll-house. “But how much better if it were a real house,” her mother said. The girl made a small pillow for her father. “But wouldn’t a quilt be more practical,” said her mother. The girl dug a small hole in the garden. “But how much better if you dug a large hole,” said her mother. The girl dug a large hole and went to sleep in it. “But how much better if you slept forever,” said her mother.

Λίντια Ντέιβις, “The Mother” (Break It Down)

[Lydia Davis wins the Man Booker International Prize 2013]

We have plots going on all the time

Η Λίντια Ντέιβις σε συνέντευξή της το 2009:

Would it be accurate to say that you see your work as a way of analyzing the things that you find fascinating, or as a recording of certain obsessions? Where I see it most in your work is in the way that your characters become obsessed with articulating something as accurately as possible.

The stories come right out of whatever is most pressing and urgent and interesting to me. I don’t ever feel compelled to write—I don’t feel like I have to go in there and knock out five pages. I think if I did, the subjects wouldn’t be as close to me as they are. I only write when I’m very moved by something, so they do relate to my interests, but there is always a little distance, because they are made things. So I guess the distance that I need to put between me and them sometimes comes about through the creation of this narrator who’s not quite me.

In “Cows” we move from morning to evening, and one of my favorite stories of yours, “St. Martin,” begins with a real hook: “What happened to the dog.” Do you think that plot structure as a movement from one event to another is an element of fiction you are retaining, or is that something that’s common to real life as well?

I definitely have that structure, but when I was composing “Cows” there was no order at all; it was just whatever I saw that day. And when I came to arrange it, the sections had to be in some kind of order, so it was morning to evening and also fall, winter, spring. I definitely didn’t want the seasons to be scattered at random. With “St. Martin,” it’s chronological, the story of the nine months they were caretakers, but it’s also true that the most dramatic thing that happens and the most compelling thing that happens is the disappearance of the dog, and that did serve as a focus for the story. So yes, real life does have little plots, and it’s a lot of fun to take pieces of real life and select from them and then organize them according to a plot. We have plots going on all the time, and all we have to do is isolate them.

(Για το διήγημα “St. Martin” δείτε κι εδώ.)

Τρία διηγήματα της Ντέιβις (από τη συλλογή Varieties of Disturbance του 2007):

A Man from Her Past

I think Mother is flirting with a man from her past who is not Father. I say to myself: Mother ought not to have improper relations with this man “Franz”! “Franz” is a European. I say she should not see this man improperly while Father is away! But I am confusing an old reality with a new reality: Father will not be returning home. He will be staying on at Vernon Hall. As for Mother, she is ninety-four years old. How can there be improper relations with a woman of ninety-four? Yet my confusion must be this: though her body is old, her capacity for betrayal is still young and fresh.

Dog and Me

An ant can look up at you, too, and even threaten you with its arms. Of course, my dog does not know I am human, he sees me as dog, though I do not leap up at a fence. I am a strong dog. But I do not leave my mouth hanging open when I walk along. Even on a hot day, I do not leave my tongue hanging out. But I bark at him: “No! No!”


I don’t know if I can remain friends with her. I’ve thought and thought about it—she’ll never know how much. I gave it one last try. I called her, after a year. But I didn’t like the way the conversation went. The problem is that she is not very enlightened. Or I should say she is not enlightened enough for me. She is nearly fifty years old and no more enlightened, as far as I can see, than when I first knew her twenty years ago, when we talked mainly about men. I did not mind how unenlightened she was then, maybe because I was not so enlightened myself. I believe I am more enlightened now, and certainly more enlightened than she is, although I know it’s not very enlightened to say that. But I want to say it, so I am willing to postpone being more enlightened myself so that I can still say a thing like that about a friend.

Τα διηγήματά της έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο The Collected Stories of Lydia Davis του 2009. Μερικά ακόμα μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ και εδώ.

Η κρεμμυδόπιτα, #1

Μερικές φορές μια εικόνα, μια φράση, μια ιστορία από ένα βιβλίο που διάβασα παλιότερα έρχεται στο μυαλό μου. Είναι κάπως σαν να πετυχαίνω έναν παλιό γνωστό στο δρόμο (σωστότερα: σαν να με πετυχαίνει ένας παλιός γνωστός στο δρόμο, αφού περπατάω εντελώς χαμένη στις σκέψεις μου, οχυρωμένη πίσω από τ’ ακουστικά μου, και δύσκολα παίρνω χαμπάρι ποιος με προσπερνά). Η μνήμη μου είναι ελεεινή, δύσκολα θυμάμαι ονόματα και πρόσωπα, και για λίγο μοιάζω εντελώς χαμένη. Οι ξαφνικές αναλαμπές από παλιά διαβάσματα είναι, συχνά, εξίσου αμήχανες. Πού σε ξέρω εσένα; Και, σαν τις γιαγιάδες στα χωριά: Τίνος είσαι εσύ;

Πριν από καναδυό μήνες είχα άλλη μια τέτοια συνάντηση. Προφανώς βραχυκύκλωσε κάποια απ’ τις συνάψεις στο μυαλό μου και ξαφνικά θυμήθηκα την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού που βρίσκεται στη γαλλική εξοχή. Έχουν αναλάβει, έναντι μικρής αμοιβής, να μένουν σε ένα εξοχικό όσο οι ιδιοκτήτες του απουσιάζουν, και να φροντίζουν τα σκυλιά τους. Tα χρήματά τους είναι λιγοστά· φτάνει μια στιγμή που δεν τους βρίσκονται ούτε ψιλά, και τα τρόφιμα τελειώνουν κι αυτά. Ψάχνοντας στα ντουλάπια βρίσκουν μόνο λίγα κρεμμύδια, λάδι κι ένα κουτί φύλλο. Δεν έχουν άλλη επιλογή, λοιπόν, από το να φτιάξουν κρεμμυδόπιτα – κι όσο τους φτάσει. Μόνο που όταν τη δοκιμάζουν, καταλαβαίνουν ότι θέλει λίγο ψήσιμο ακόμα. Την ξαναβάζουν στο φούρνο αλλά ξεχνιούνται και η κρεμμυδόπιτα καίγεται.

Σ’ αυτό το σημείο, αισθανόμουν σα να έχω θυμηθεί τα πάντα για μια παλιά φίλη -ήταν συμφοιτήτριά μου, της άρεσαν οι Radiohead, είχαμε πάει μαζί στην τάδε συναυλία, φορούσε κάτι κόκκινα σταράκια χειμώνα καλοκαίρι- εκτός από τ’ όνομά της. Σε ποιανού το βιβλίο βρίσκεται αυτή η ιστορία; Σκέφτηκα -μάλλον λόγω Γαλλίας και σκύλων- ότι ίσως είναι από το Black Dogs του Ίαν ΜακΓιούαν. Σκέψη απελπισίας, μια και δεν έμοιαζε με ΜακΓιούαν.

Ούτως ή άλλως, μέχρι να φτάσω σπίτι όπου θα μπορούσα να κατεβάσω το βιβλίο απ’ το ράφι και να το ελέγξω, το είχα κιόλας ξεχάσει.


Πριν από μερικές βδομάδες ξεκίνησα να διαβάζω το Collected Stories της Λίντια Ντέιβις. Ο τόμος περιλαμβάνει τα διηγήματα των συλλογών Break Ιt Down (1986), Almost No Memory (1997), Samuel Johnson Ιs Indignant (2001) και Varieties of Disturbance (2007). Η Ντέιβις μου ήταν γνωστή σαν όνομα εξαιτίας του γάμου της με τον Πολ Όστερ· διαβάζοντας διάφορα άρθρα γι’ αυτήν, αλλά και κάποια από τα διηγήματά της που υπάρχουν στο ίντερνετ, καταλάβαινα ότι πρόκειται για αξιοπρόσεκτη περίπτωση -και υποτιμημένη, θα πρόσθεταν πολλοί-, οπότε είπα να την διαβάσω.

Ξεκίνησα το διάβασμα μάλλον ανορθόδοξα: αντί να πάρω τα διηγήματα με τη σειρά, άνοιγα τις σελίδες στην τύχη και διάβαζα όποιο μου χτυπούσε στο μάτι, είτε λόγω του τίτλου (Cockroaches in Autumn, French Lesson I: Le Meurtre, From Below, as a Neighbor), είτε, απλούστερα, επειδή μερικά διηγήματα -αν όντως πρόκειται για διηγήματα- είναι τόσο σύντομα (μια γραμμή, δύο γραμμές) που τα διαβάζεις σχεδόν με μια ανάσα, όπως, για παράδειγμα, το The Busy Road που ακολουθεί:

Ι am so used to it by now
that when the traffic falls silent,
I think a storm is coming.

Κάποτε έφτασα και σ’ ένα διήγημα, το St. Martin, που, με μια διαγώνια ματιά, έμοιαζε να λέει μια γνωστή ιστορία. Ένα ζευγάρι χωρίς χρήματα κάνουν τους επιστάτες σ’ ένα σπίτι στη γαλλική εξοχή και προσέχουν τα σκυλιά των ιδιοκτητών… Κάποτε τα χρήματα τελειώνουν… Ό,τι έχει απομείνει από τρόφιμα στο σπίτι φτάνει για να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα.

The following day, for dinner, we had one sausage. The only money left now was a pile of coins in the living-room table collected from saucers around the house and amounting to 2.97 francs, less than fifty cents, but enough to buy something for dinner the next day.

Then we had no money at all anywhere in the house, and almost nothing left to eat. What we found, when we searched the kitchen carefully, was some onions, an old but unopened box of pastry crust mix, a little fat, and a little dried milk. Out of this, we realised, we could make an onion pie. We made it, baked it, cut ourselves two pieces, and put the rest back in the hot oven to cook a little more while we ate. It was surprisingly good. Our spirits lifting, we talked as we ate and forgot all about the pie as it went on baking. By the time we smelled it, it had burned too badly to be saved.

Το ίδιο βράδυ, σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται ένας φωτογράφος που επισκέπτεται αραιά και πού το ζευγάρι και τους βγάζει για δείπνο. Πριν καν το διαβάσω ολόκληρο, είχα θυμηθεί πια πού είχα ξανασυναντήσει την ιστορία: στο The Red Notebook του Πολ Όστερ.

To The Red Notebook πρωτοδημοσιεύτηκε το 1993 στο Granta. To 1995 κυκλοφόρησε στον ομώνυμο τόμο με κείμενα του Όστερ. Το διήγημα της Ντέιβις, από την άλλη, κυκλοφόρησε το 1997, στη συλλογή Almost No Memory.


Το The Red Notebook δεν είναι βιβλίο μυθοπλασίας. Περιλαμβάνει συνεντεύξεις του Όστερ, ένα κείμενο υποστήριξης του φίλου του, του Σαλμάν Ρουσντί, την εποχή του φετβά, κείμενα για την γαλλική ποίηση, ένα κείμενο για τη γνωριμία του Όστερ με τον περίφημο ακροβάτη Φιλίπ Πετί, τον άνθρωπο που περπάτησε σε ένα σύρμα ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους το 1974: ο Όστερ τον είχε πρωτοδεί στη Γαλλία το 1971, και αργότερα μετέφρασε στα αγγλικά το βιβλίο του Πετί, On the High Wire. (Η βόλτα του Πετί είναι ο συνδετικός κρίκος των ιστοριών στο Let the Great World Spin του Κόλουμ ΜακΚαν, του οποίου η ελληνική μετάφραση –Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει– κυκλοφόρησε πρόσφατα.) Τα σημαντικότερα, όμως, κείμενα του βιβλίου είναι οι ιστορίες, πραγματικές ιστορίες με οστερική λογική ή, καλύτερα, παραδείγματα λειτουργίας της μηχανικής τής πραγματικότητας (διαβάστε μία απ’ αυτές τις ιστορίες εδώ).

Το περιστατικό με την κρεμμυδόπιτα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου. Η χρονιά είναι το 1973. Το ζευγάρι είναι ο Όστερ και η Ντέιβις, τότε ακόμα νέοι, άγνωστοι και άφραγκοι. Στα χαρτιά, το σχέδιο να μείνουν στο εξοχικό φαίνεται μια χαρά. Θέλουν την απομόνωση για να δουλέψουν τις μεταφράσεις τους και τα ποιήματά τους. Τα λίγα χρήματα που θα τους στέλνουν οι ιδιοκτήτες μαζί με όσα θα κερδίζουν μεταφράζοντας θα τους είναι αρκετά για να τα βγάλουν πέρα.

Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα αποδεικνύονται πιο δύσκολα. Οι πληρωμές για τις μεταφράσεις καθυστερούν κι όταν φτάνουν… δεν φτάνουν. Ο Όστερ καταλήγει να ψαρεύει ψιλά από τους καναπέδες για τα τσιγάρα του:

I remember savage nicotine fits, my body numb with need as I scrounged among sofa cushions and crawled behind cupboards in search of loose coins. For eighteen centimes (about three and a half cents), you could buy a brand of cigarettes called Parisiennes, which were sold in packs of four. I remember feeding the dogs and thinking that they ate better than I did. I remember conversations with L. when we seriously considered opening a can of dog food and eating it for dinner.

Κάπως έτσι έρχεται η στιγμή που ό,τι έχει απομείνει στο σπίτι είναι τα υλικά για την κρεμμυδόπιτα. Βέβαια, ο Όστερ δίνει μερικές διαφορετικές λεπτομέρειες:

The worst moments came for us in the late winter and early spring. Checks failed to arrive, one of the dogs was stolen, and little by little we ate our way through the stockpile of food in the kitchen. In the end, we had nothing left but a bag of onions, a bottle of cooking oil, and a packaged pie crust that someone had bought before we ever moved into the house – a stale remnant from the previous summer. L. and I held out all morning and into the afternoon, but by two-thirty hunger had gotten the better of us, and so we went into the kitchen to prepare our last meal. Given the paucity of elements we had to work with, an onion pie was the only dish that made sense.

After our concoction had been in the oven for what seemed a significant length of time, we took it out, set it on the table, and dug in. Against all our expectations, we both found it delicious. I think we even went so far as to say that it was the best food we had ever tasted, but no doubt that was a ruse, a feeble attempt to keep our spirits up. Once we had chewed a little more, however, disappointment set in. Reluctantly -ever so reluctantly- we were forced to admit that the pie had not yet cooked through, that the center was still too cold to eat. There was nothing to be done but put it back in the oven for another ten or fifteen minutes. Considering how hungry we were, and considering our salivary glands had just been activated, relinquishing the pie was not easy.

To stifle our impatience, we went outside for a brief stroll, thinking the time would pass more quickly if we removed ourselves from the good smells in the kitchen. As I remember it, we circled the house once, perhaps twice. Perhaps we drifted into a deep conversation about something (I can’t remember), but however it happened, and however long we were gone, by the time we entered the house again the kitchen was filled with smoke. We rushed to the oven and pulled out the pie, but it was too late. Our meal was dead. It had been incinerated, burned to a charred and blackened mass, and not one morsel could be salvaged.

Λίγο αργότερα καταφτάνει ο φωτογράφος και πηγαίνει το ζευγάρι για δείπνο σ’  ένα εστιατόριο. O Όστερ κλείνει την ιστορία του ως εξής:

We ate copiously and well, we emptied several bottles of wine, we laughed our heads off. And yet, delicious as that food must have been, I can’t remember a thing about it. But I have never forgotten the taste of the onion pie.


Ο Όστερ, όπως είπα παραπάνω, δεν κρύβει ότι η ιστορία είναι πραγματική. Επικεντρώνεται μόνο στην κρεμμυδόπιτα, και στην εμφάνιση του φωτογράφου -ενός ανθρώπου που εμφανιζόταν τόσο ακανόνιστα, ώστε να μην μπορούν να υπολογίζουν σ’ αυτόν για βοήθεια- την κατάλληλη στιγμή.

Η Ντέιβις, από την άλλη, παίρνει το ίδιο περιστατικό και το ντύνει τα ρούχα της μυθοπλασίας. Η ιστορία με την κρεμμυδόπιτα δεν έχει κεντρική θέση στο διήγημά της – είναι απλώς ένα από τα περιστατικά που συμβαίνουν στο ζευγάρι και δείχνει την κατάστασή τους· πιο σημαντική στο St. Martin είναι η εξαφάνιση ενός από τα σκυλιά, κάτι που ο Όστερ αναφέρει μόνο παρεμπιπτόντως στην δική του αφήγηση.

Μάλλον δεν έχει και τόση σημασία: υποψιάζομαι ότι ακόμα κι αν η Ντέιβις ξεκινούσε να αφηγηθεί την ιστορία ως πραγματική, πάλι θα είχαμε δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Το να θυμάσαι και να αφηγείσαι είναι, έως ένα βαθμό τουλάχιστον, μυθοπλασία. Όταν ένα γεγονός περνάει στη μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε αφήγηση. Καθένας απ’ όσους το έζησαν το είδε με τα δικά του μάτια και το φώτισε διαφορετικά, κι έπειτα η μνήμη κι η επανάληψη κάνουν το μοντάζ. Γι’ αυτό κάθε κείμενο είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που δεν είναι αυτοβιογραφικό, και αντίστροφα: δεν είναι αυτοβιογραφικό, την ίδια στιγμή που είναι.

Ο Ντέιβιντ Σιλντς, στο Reality Hunger: A Manifesto, ένα δοκίμιο που συντίθεται από σπαράγματα κειμένων που έγραψαν -ή αντέγραψαν- άλλοι, γράφει – ή αντιγράφει:

How can we enjoy memoirs, believing them to be true, when nothing, as everyone knows, is as unreliable as memory? […] the first and most unforgettable thing we learn about memory is that it’s fallible. Memories, we know now, can be buried, lost, blocked, repressed, even recovered. We remember what suits us, and there’s almost no limit to what we can forget.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποτε, σ’ ένα σπίτι στη Γαλλία, ο Όστερ και η Ντέιβις αναγκάστηκαν να φτιάξουν μια κρεμμυδόπιτα με ό,τι είχε απομείνει στην κουζίνα, και την έκαψαν· κι ότι αργότερα την ίδια μέρα, ένας φίλος τους φωτογράφος τους έβγαλε για φαγητό. Τα υπόλοιπα, όπως θα έλεγε κι ο Αλεχάντρο Σάμπρα, είναι μυθοπλασία.