Nearly there

Στιγμιότυπα απ’ την καθημερινότητα του τραπεζιού της κουζίνας μου:

Against the Day –η αγγλική έκδοση δώρο φίλου, η ελληνική δώρο άλλου φίλου, μαζί με το V. και την κάρτα της τελευταίας φωτογραφίας– και Infinite Jest· το αναγνωστικό μου ημερολόγιο για το 2010· ένα απίστευτα μικρό (δείχνει ακόμα πιο τοσοδούλι πλάι στ’ άλλα) βιβλίο για γατόφιλους που μου χάρισε η αδελφή μου, μαζί μ’ ένα υπέροχο ζευγάρι σκουλαρίκια απ’ τα χεράκια της· μια φωτογραφία απ’ τη θητεία του πατέρα μου· μερικά σκιτσάκια· κάτω απ’ τα σκιτσάκια, το χειρόγραφο που σιγά-σιγά τελειώνει, κι αν όλα πάνε καλά, αρχές Φλεβάρη ξεκινάω να το δουλεύω στον υπολογιστή – γι’ αυτό και Nearly there ο τίτλος του ποστ· κι ο τελευταίος καφές της μέρας.

Και ένα συντομότατο διήγημα από τη συλλογή Brief Interviews with Hideous Men του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας:

A Radically Condensed History of Postindustrial Life

When they were introduced, he made a witticism, hoping to be liked. She laughed extremely hard, hoping to be liked. Then each drove home alone, staring straight ahead, with the very same twist to their faces.

The man who’d introduced them didn’t much like either of them, though he acted as if he did, anxious as he was to preserve good relations at all times. One never knew, after all, now did one now did one now did one.

Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Brief Interviews with Hideous Men

Το μισό μιας ιστορίας

Αυτές τις μέρες έχω αναλάβει να μεταφέρω τη συλλογή γραμματοσήμων του πατέρα μου απ’ το παλιό άλμπουμ (του 1967, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος στην πρώτη σελίδα) στο καινούργιο. Είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή της – θα έλεγα ότι κι ο πατέρας μου την είχε ξεχάσει, αν δεν υπήρχε ένα γραμματόσημο του 2008 χωμένο ανάμεσα στ’ άλλα ν’ αποδεικνύει το αντίθετο.

Εργάτης στη Γερμανία (ίσως, λέω εγώ, παιδί του φίφτι φίφτι όπως ο ήρωας του Διπλού Βιβλίου του Χατζή – μα πάλι ίσως όχι), ο πατέρας μου κρατούσε τα γραμματόσημα απ’ τα γράμματα των δικών του, αλλά κι όσα του έδιναν συνάδελφοι και φίλοι απ’ τα γράμματα που λάβαιναν.  (Τον φαντάζομαι να κοιτάζει με λαχτάρα τα γράμματα των φίλων του· τον φαντάζομαι να ζητά από γνωστούς κι αγνώστους ένα γραμματόσημο, περίπου όπως η ηρωίδα του Φόερ στο Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά ζητά απ’ όλους να της γράψουν ένα γράμμα). Κάθε γραμματόσημο έχει μια ιστορία και μια άκρη της φτάνει μέχρι τον πατέρα μου που το βάζει στο άλμπουμ: τούρκικα γραμματόσημα, ισπανικά, πορτογαλικά, ιρανικά, αργεντίνικα. (Ένα από τα γραμματόσημα που μου αρέσουν περισσότερο είναι βιετναμέζικο.)

Υπάρχουν γραμματόσημα απ’ την Πορτογαλία του Σαλαζάρ, την Ισπανία του Φράνκο –ολόκληρες σελίδες γεμάτες γραμματόσημα με το πορτρέτο του Φράνκο–, τη Γερμανία του Χίτλερ, πολλά από την Ελλάδα της επταετίας και κάποια από την Ελλάδα του Μεταξά. Ακόμα, ελβετικά γραμματόσημα με τη σφραγίδα απ’ το Πεσταλότσι να διακρίνεται πεντακάθαρα. Γραμματόσημα απ’ τη Νιγηρία, απ’ τη Γκάνα, απ’ το Μαρόκο, απ’ την Αλγερία, απ’ την Τυνησία. Γραμματόσημα απ’ τους Ολυμπιακούς του 1964 στο Τόκιο, για τους οποίους δεν έχω ιδέα· μαθαίνω από τη Wikipedia ότι τη φλόγα την άναψε ο Γιοσινόρι Σακάι, γεννημένος στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου του 1945, τη μέρα που οι Αμερικάνοι έριξαν την ατομική βόμβα – κι αυτό είναι το μοναδικό που μου κάνει εντύπωση από τους Ολυμπιακούς του 1964· γραμματόσημα από τους Ολυμπιακούς του 1968 στο Μεξικό, και δεν χρειάζεται να κοιτάξω στη Wikipedia για να θυμηθώ τις υψωμένες γροθιές του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος, και τη σφαγή στην πλατεία Τλατελόλκο – μόλις χθες διάβαζα γι’ αυτήν στους Άγριους Ντετέκτιβ του Μπολάνιο (η αφήγηση της Αουξίλιο, της μητέρας της μεξικανικής ποίησης): προφανώς, προσπαθώ να ενώσω κουκίδες και να φτιάξω μια ιστορία στη θέση της ιστορίας (των ιστοριών) που δεν θ’ ακούσω, δεν θα διαβάσω.

Ο πατέρας μου κοιτάζει τα δάχτυλά μου καθώς γυρίζω τις σελίδες κι ακουμπώ τα ίχνη των ιστοριών (ποιες απ’ αυτές θυμάται;) με τρόμο μήπως κάτι ακουμπήσω αδέξια, μήπως κάτι καταστρέψω. Τελικά σηκώνεται και φεύγει· φαντάζομαι αποφεύγει όχι μόνο τον φόβο της καταστροφής, αλλά και τον φόβο των ερωτήσεων έτσι.

Βλέπω τα γραμματόσημα σα σπαράγματα αφηγήσεων. Για να τα κάνω δικά μου, για να αισθανθώ ότι υπάρχει ένα κομμάτι αυτών των ιστοριών που με περιέχει, τα βάζω μαζί με τις δικές μου αφηγήσεις, τα φωτογραφίζω με τα βιβλία που διαβάζω τώρα και με το χειρόγραφο-τέρας που προχωρεί: είναι ένας τρόπος να συναντηθούν οι ιστορίες ενός πατέρα και μιας κόρης.

My brand new notebook

Δωράκι της Λ.Φ., που ξέρει ότι έχω πάθος με τα τετράδια. Με μαλακό δερμάτινο εξώφυλλο, εξωτερικές ραφές και πολύ-πολύ απαλό χαρτί, σύμφωνα με την Λ.Φ. φώναζε τ’ όνομά μου:

Με την ευκαιρία, εδώ η Μάργκαρετ Άτγουντ προτείνει 10 δώρα για αρχάριους συγγραφείς. Φυσικά, το πρώτο στη λίστα είναι ένα τετράδιο.

Λεπτομέρειες

Μια και τις λέξεις τις κρατάω για το κείμενο που δουλεύω τώρα, ιδού κάποια βιβλία και άλλες λεπτομέρειες που βλέπω γύρω μου καθώς γράφω:details (22) details (4)details (3)details (14)details (15)details (20)details (11)details (18)

On what might one day become a novel

Work in progress σημαίνει πως καθετί που διαβάζω αυτόν τον καιρό περνάει, είτε το συνειδητοποιώ, είτε όχι, από το φίλτρο του βιβλίου που δουλεύω τώρα.

Σημαίνει, επίσης, ότι καθετί που βλέπω και ακούω γύρω μου (η γριά που γκρινιάζει στο τρόλεϊ, ο συνάδελφος που βγαίνει διάλειμμα για τσιγάρο) μοιάζει να εισβάλλει σε μια σκηνή θεάτρου. Κάποια πράγματα ίσως μείνουν, τα περισσότερα τα πετάω έξω με τις κλοτσιές.

Και σημαίνει ακόμα ότι κάθε τραγούδι που ακούω στο mp3 player συνδυάζεται με μια ορισμένη ατμόσφαιρα. Ακούγοντας ξανά και ξανά τα τραγούδια στη διαδρομή από και προς τη δουλειά κάνω νοητικές εικονογραφήσεις και δοκιμές.

Όταν γυρνάω σπίτι, με περιμένουν μερικά τέρατα:

  • Τέρας νούμερο ένα: η δεύτερη γραφή, ένα παλιό δακτυλόγραφο (παλιό: έχω αλλάξει δυο σπίτια από τότε), καμιά διακοσαριά σελίδες σε γραφομηχανή –ναι, σε γραφομηχανή– από τις οποίες οι περισσότερες είναι γεμάτες χειρόγραφες προσθήκες και διορθώσεις και στη συνέχεια διαγραμμένες με μεγάλα κόκκινα και γαλάζια χι.
  • Τέρας νούμερο δύο: η τρίτη γραφή, ένα κάπως νεότερο δακτυλόγραφο (το τέλειωσα  το 2006, λίγο πριν καταπιαστώ σοβαρά με το REWIND), σε υπολογιστή αυτή τη φορά: 166 σελίδες που όταν τις ξαναδιάβασα ήταν σα να γράφτηκαν από κάποια άλλη Μαρία. Δεν είμαι σίγουρη ότι την γνωρίζω αρκετά καλά, είμαι όμως σίγουρη ότι έτσι και πιάσω κόκκινο στιλό να διορθώσω τις σελίδες δεν θα μείνει τίποτα όρθιο από δαύτην.

Προς το παρόν, αποφεύγω όσο μπορώ τα δύο δακτυλόγραφα, για ν’ αντιμετωπίσω:

  • Το τέρας νούμερο τρία, τετράδιο με σημειώσεις ενός εξαμήνου με ιδέες και δοκιμές για το βιβλίο: δομή, χαρακτήρες, αναφορές, αναγραμματισμοί, πηγές, τίτλοι, αλλαγές σε σχέση με τις πρώτες γραφές. Τα περισσότερα απ’ όσα υπάρχουν μέσα είτε θα μείνουν απέξω είτε –ελπίζω– δεν θα φαίνεται καθόλου ότι χρειάστηκε να έχουν ένα δικό τους τετράδιο πριν πάρουν τη θέση τους στο βιβλίο.
  • Το τέρας νούμερο τέσσερα, τετράδιο με κάποια κεφάλαια του βιβλίου, τα περισσότερα γραμμένα μέσα στον Αύγουστο.
  • Και το τέρας νούμερο πέντε, η συνέχεια του τέσσερα που γράφεται τώρα. Ή αλλιώς, αυτό που ελπίζω να είναι η τέταρτη και οριστική γραφή ενός βιβλίου που γράφεται και ξαναγράφεται διαρκώς από το 1998, αν θυμάμαι καλά.

(Υπάρχουν και τα περιφερειακά τέρατα, σημειώσεις σκόρπιες αποδώ κι αποκεί κι ένας μεγάλος φάκελος γεμάτος τετράδια και χαρτιά, υλικά για ένα τρίτο βιβλίο που με κάποιο τρόπο καταφέρνει και γλιστρά σ’ αυτό εδώ.)

Το REWIND ξεκίνησα να το γράφω κάνοντας ένα διάλειμμα απ’ αυτό το βιβλίο-φάντασμα: σκέφτηκα ότι αν ασχοληθώ με κάτι άλλο θα μπορέσω μετά να επιστρέψω σ’ αυτό με καθαρό μυαλό. Έπιασα λοιπόν όλα τα σκόρπια τέρατα-προγόνους του REWIND που είχα μαζέψει απ’ το 2004 (υπήρχαν κι ακόμα παλιότερα σκόρπια, φυσικά) κι άρχισα να τους αλλάζω ντύσιμο και μακιγιάζ. Το διάλειμμα προέκυψε κάπως μεγαλύτερο απ’ ό,τι υπολόγιζα, τώρα τα παλιά τέρατα ζητούν την εκδίκησή τους.

Τα βλέπετε παρακάτω: τέρας νούμερο δύο, τέρας νούμερο τρία, τέρας νούμερο τέσσερα και τέρας νούμερο πέντε, χαρήκατε για τη γνωριμία.

Υπάρχει μια παραφροσύνη στην όλη διαδικασία της γραφής που νομίζω ότι δεν μπορεί να περιγραφεί ακριβώς, απλώς, αν τον τελευταίο καιρό ξεχνάω λίγο περισσότερο ό,τι μου λέτε, σας δυσκολεύω λίγο περισσότερο στη συνεννόηση, σας μοιάζω λιγάκι άρρωστη και άυπνη, τώρα μάλλον έχετε κάποιες υποψίες γιατί συμβαίνουν όλ’ αυτά: στο οκτάωρο της δουλειάς μου προστίθεται το οκτάωρο της άλλης δουλειάς.

ms_new (19)ms_new (10)

Στην πάνω φωτογραφία διακρίνεται το βιβλίο του Τζούνο Ντίαζ The Brief Wondrous Life of Oscar Wao (2007) που διαβάζω αυτές τις μέρες. (Η ελληνική μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά, Η Σύντομη Θαυμαστή Ζωή του Όσκαρ Γουάο, μόλις κυκλοφόρησε από τον Λιβάνη.) Μέχρι στιγμής, το βιβλίο αποδεικνύεται αντάξιο της φήμης του. Ένα εκτενές απόσπασμα, δημοσιευμένο σαν διήγημα το 2000, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Το βιβλίο των άλλων

rewind_ms (6)

“We exist for ourselves, perhaps, and at times we even have a glimmer of who we are, but in the end we can never be sure, and as our lives go on, we become more and more opaque to ourselves, more and more aware of our own incoherence. No one can cross the boundary into another – for the simple reason that no one can gain access to himself.”

Πολ Όστερ, The New York Trilogy: The Locked Room

Διάβαζα εδώ για την εμπειρία ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής – αφορά κυρίως την πρώτη έκθεση ενός κειμένου σ’ άλλα αφτιά και μάτια. Απηχεί αρκετές σκέψεις που κάνω διαβάζοντας ή ακούγοντας τα σχόλια για το βιβλίο μου (μια και αρκετοί φίλοι και γνωστοί είχαν μέχρι στιγμής την καλοσύνη να μου πουν μια γνώμη). Είναι παράξενο: συχνά έχεις την εντύπωση ότι το βιβλίο σου ο αναγνώστης το μεταμορφώνει, το προσαρμόζει στον εαυτό του. Μ’ αυτή την έννοια είναι κάπως δύσκολο να πεις αν τελικά πρόκειται για δικό σου ή δικό του βιβλίο: το σωστότερο θα ήταν να μιλήσεις για συνδημιουργία, όσο κι αν αυτό είναι από ναρκισσιστική σκοπιά κάπως άβολο.

Mερικοί δεν γνωρίζουν τη μουσική στην οποία αναφέρομαι και ψάχνουν να βρουν τα τραγούδια (κάτι που βρίσκω όμορφο, κι είναι ένας λόγος που επέμενα να υπάρχουν οι συγκεκριμένες αναφορές στο βιβλίο, όπως είναι κι ένας λόγος που τις παραθέτω κι εδώ, στο μπλογκ). Άλλοι προσπαθούν ν’ αναγνωρίσουν στοιχεία που θεωρούν δικά μου: και επειδή, όπως διευκρινίζει και ο Πολ Όστερ στο απόσπασμα από το Locked Room που ανοίγει το βιβλίο (το απόσπασμα που βρίσκεται στην αρχή του ποστ) κανένας δεν μπορεί να γνωρίσει απόλυτα τους άλλους, όπως δεν μπορεί να γνωρίσει απόλυτα και τον ίδιο του τον εαυτό, καθένας, με βάση και την σχέση που έχει μαζί μου, βρίσκει (ή ακόμα και φαντάζεται, κάτι που είναι μερικές φορές τρομακτικό) διαφορετικά κομμάτια μου μέσα στο REWIND. Συχνά -κι αυτό είναι ίσως το γοητευτικότερο- κάποιοι αναγνωρίζουν δικά τους στοιχεία στο βιβλίο (μερικοί είναι σίγουροι ότι είναι βαλμένα επίτηδες, σαν κλείσιμο του ματιού: νομίζω στην πιο δύσκολη θέση βρέθηκε μια παλιά μου συγκάτοικος, που πίστεψε ότι η συγκάτοικος του Πέτρου ήταν εκείνη – κάτι που από το δικό μου μυαλό δεν είχε περάσει καν).

Επιπλέον, κάθε αναγνώστης ξεχωρίζει διαφορετικά πράγματα. Στοιχεία που θεωρούσα επίφοβα, σελίδες που το γράψιμό τους το νόμιζα αδέξιο, για κάποιους είναι δυνατά σημεία του βιβλίου, και αρκετές απορίες που ακούω δεν τις είχα προβλέψει – ενώ απορίες που περίμενα δεν έχουν εκφραστεί ή τουλάχιστον δεν τις έχουν τόσοι, όσοι θα περίμενα (για παράδειγμα, το κόκκινο κουτί). Υπάρχει κι ένας μικρός διχασμός, που δεν μου έχει εξηγηθεί ακόμα αρκετά, για το τέλος:  άλλοι θεωρούν ότι οι τελευταίες σελίδες, Το ασημί ψαράκι, θα μπορούσαν να λείπουν, και άλλοι πιστεύουν ότι το βιβλίο δεν κλείνει εκεί και θα έπρεπε να υπάρχει κάτι ακόμα (φυσικά, διαφωνώ μ’ αυτό το τελευταίο -εμφανές, αφού σταμάτησα το βιβλίο εκεί που το σταμάτησα- αλλά δεν μου πέφτει λόγος πια).

rewind_ms (12)

Οι φωτογραφίες είναι από το τελικό χειρόγραφο του βιβλίου (βλέπε το σχετικό ποστ). Στην πάνω φωτογραφία, ένα ακόμα από τα σκίτσα. Ο στίχος How did you make me go this far? είναι από το Until the Morning Comes των Tindersticks (Waiting for the Moon, 2003). Στην κάτω φωτογραφία, οι τίτλοι από το τέλος του χειρόγραφου.

making of

Από τον Αύγουστο του 2004 μέχρι τον Μάρτιο του 2006, το REWIND ήταν μια στοίβα χειρόγραφες Α4 που όλο και ψήλωνε, και αποσπάσματα διάσπαρτα στα τετράδιά μου. Τον Μάιο του 2006, αφού έκανα το μοντάζ των κεφαλαίων, το έγραψα απ’ την αρχή σ’ ένα τετράδιο δεμένο με μπλε ύφασμα.

Κάθε αφηγητής είχε το δικό του χρώμα στιλό, γι’ αυτό και στις σελίδες που βλέπετε παραπάνω υπάρχει μπλε και κόκκινο. Κάποιες διορθώσεις και επισημάνσεις γράφονταν σε κομματάκια χαρτιού. Το αποτέλεσμα ήταν ένα τετράδιο γεμάτο συνδετήρες.

Που επιπλέον θύμιζε λίγο και λεύκωμα, αφού πλάι σε αποσπάσματα από αγαπημένους μου συγγραφείς είχα κολλήσει γραμματόσημα, αυτοκόλλητα, μέχρι και μια απ’ τις πένες που πήρε μια φίλη απ’ τη συναυλία των Walkabouts στο Underworld.


Σε κάποιες σελίδες σκιτσάριζα για να καθαρίσω το μυαλό μου στα διαλείμματα από το γράψιμο:


Όταν έφτασα στο τέλος, έκλεισα το τετράδιο και το άφησα στην άκρη για μερικούς μήνες, πριν αναλάβει μια φίλη να δακτυλογραφήσει το κείμενο: ο στόχος ήταν ν’ αποστασιοποιηθώ όσο περισσότερο μπορούσα, ώστε να το διορθώσω, στη συνέχεια, με καθαρό μυαλό – σοφή συμβουλή του Στίβεν Κινγκ από το Περί Συγγραφής, βιβλίο που μου χρησίμευσε πάρα πολύ.

Ξανάρχισα τη διόρθωση, στο δακτυλόγραφο πια, τον Γενάρη του 2007. Δεν θυμάμαι πόσες φορές το τύπωσα και ξανατύπωσα – παραπάνω από δέκα, σίγουρα: διόρθωνα το τυπωμένο, περνούσα τις αλλαγές στον υπολογιστή, τύπωνα ξανά, φτου κι απ’ την αρχή: μια μικρή οικολογική καταστροφή. Σ’ αυτό το στάδιο, περισσότερα αφαιρέθηκαν, παρά προστέθηκαν. Ο στόχος εξαρχής ήταν το αποτέλεσμα να μην ξεπερνά τις 200 σελίδες.

Αν κάτι έμαθα απ’ όλα αυτά, είναι ότι ποτέ ένα κείμενο δεν είναι αρκετά διορθωμένο· ωστόσο, φτάνει κάποια στιγμή που δεν μπορείς να επέμβεις άλλο (αυτό δεν σημαίνει ότι το κείμενο είναι τέλειο, φυσικά· σημαίνει απλώς ότι εσύ δεν μπορείς να κάνεις κάτι παραπάνω μ’ αυτό). Ακόμα και τότε, το κείμενο δεν είναι ολοκληρωμένο: νομίζω τα βιβλία τελειώνουν μόνο όταν φτάσουν στον αναγνώστη, που τα ξαναγράφει διαβάζοντας.

Και τότε, βέβαια, είναι που βλέπεις καθαρά πόσα έχουν πάει στραβά, όμως  δεν είναι στο χέρι σου να τ’ αλλάξεις πλέον.