4 3 2 1

paul-auster-4321

[Ο προστάτης άγιος τούτου εδώ του μπλογκ, και βασικός λόγος που το μπλογκ έχει να ανανεωθεί κάτι αιώνες, είναι υποψήφιος για Μπούκερ με το πιο φιλόδοξο και πολυσέλιδο βιβλίο του, το 4 3 2 1. Η ελληνική έκδοση αναμένεται εντός του 2018 σε μετάφραση της γιορς τρούλι. Εδώ, το εξώφυλλο της γερμανικής έκδοσης, για την οποία δούλεψαν τέσσερις μεταφραστές. Στο μεταξύ, σε λίγες εβδομάδες κυκλοφορεί Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων, σε νέα μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη.]

Η πέτρα

antigonick antigonick2 antigonick3 antigonick4

Εκεί κάτω, δίπλα στην αρχαία πόλη, τρία χιλιόμετρα απ’ τους αρχαίους τάφους είναι άλλοι τάφοι, δύο, αντάμα.  Στον έναν είναι εννιά δεξιοί, φασιστοσυμμορίτες όλοι, στον άλλο εννιά δικοί μας.  Τους δικούς τους τούς περιποιήθηκαν με πλάκα και μνημείο, πηγαίναν οι συγγενείς κι ανάβαν τα καντήλια όπως έπρεπε. «Σφαγιασθέντες υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών» έχει ένα μάρμαρο και γράφει πάνω.  Στους άλλους δίπλα τίποτα, ούτε ένα σημάδι ότι είναι θαμμένοι εκειδά άνθρωποι δεν άφηναν.  Ήθελαν οι γυναίκες να ανάψουνε ένα καντήλι ν’ αναπαυθούν οι ψυχές των σκοτωμένων κι έπρεπε να πηγαίνουνε στα κλεφτά και νύχτα, μην τις πάρει κανείς μυρωδιά.  Εννιά άνθρωποι στο λάκκο αδιάβαστοι, οι ψυχές τους και στο θάνατο ακόμα φτώχεια και καταφρόνεση, κι οι γυναίκες να μη μπορούνε ούτε να θυμιάσουνε όπως πρέπει, το διανοάσαι;  Το σηκώνει ο νους σου, τέτοια ντροπή, τέτοια απανθρωπιά;  Κι αυτό για χρόνια ολόκληρα, αυτό που θα σου πω έγινε, να ξέρεις, το ογδόντα, όχι το εξήντα, είχε πάει ογδόντα κι ένα μάρμαρο να λέει ότι εδώ μαρτύρησαν εννιά δεν υπήρχε, ογδόντα κι οι γυναίκες πηγαίνανε να προσκυνήσουνε με φόβο.  Ένα δέντρο είχανε βάλει σημάδι να ξέρουν εδώ είναι ο τάφος, ό,τι άλλο επιχείρησαν ν’ αφήσουνε στο μέρος, μα σταυρό ξύλινο, μα οτιδήποτε, αμέσως το σήκωναν οι άλλοι, κανένας να μη θυμάται ότι ψυχές είχαν κι αυτοί οι εννιά.  Κι έρχεται μια μέρα η ξαδέλφη, η Δέσποινα του Βολοκόπου, και μου το λέει και μου σηκώνεται η τρίχα.  Η μια από τους εννιά, δε, γκαστρωμένη και τη ρίξανε στο λάκκο αδιάβαστη.  Γκαστρωμένη κι αδιάβαστη, οι θεομπαίχτες. Τρελάθηκα. Άλλος ήτανε δεκαεφτά χρονώ παλικαράκι, μα εκείνο το αγέννητο το σκοτωμένο, αυτό είχε βγάλει φωνή στ’ αφτί μου και δεν μ’ άφηνε. Να σκέφτομαι τη γκαστρωμένη αδιάβαστη στο λάκκο

—τα καθάρματα—,

και τις γυναίκες να μην έχουνε ούτε ένα μάρμαρο να ψηλαφήσουνε για τους πεθαμένους τους, κι οι άλλοι δίπλα με το μνημείο λες και μόνο αυτοί πέθαναν. Δεν το σήκωνε το μυαλό μου. Είχα, που λες, δίπλα στο μαγαζί τότε, έτσι όπως το είχα στήσει με τα μάρμαρα και τις βρύσες του και τα λουλούδια, μια πέτρα μεγάλη

—τι πέτρα, βράχο, τόνους—

και σκόπευα να τηνε πελεκήσω για να τη βάλω στο έμπα του χωριού καλωσόρισμα, ότι εδώ είμαστε άνθρωποι μερακλήδες, να έρχεται ο άλλος ν’ ανοίγει το μάτι του με λίγη ομορφιά, ποια ομορφιά, είπα τότε, η άλλη γκαστρωμένη αδιάβαστη και τη ρίξανε στο λάκκο να μην προσευχηθεί κανείς για την ψυχή της, για του αγέννητου την ψυχή

— στα τσακίδια τα καλωσορίσματα.

Αγκαζάρησα μια μπουλντόζα και πήγαμε την πέτρα μέσα στη νύχτα στο βουνό, με είχε πάει η Δέσποινα, ο θεός να την αναπαύει, και μου είχε δείξει, εκεί το μνημείο των άλλων, εδώ το δέντρο, εδώ οι δικοί μας, πήγα, λοιπόν, κι εγώ μέσα στη νύχτα και την άφησα την πέτρα εκεί, κι ας τολμούσε κανείς να τη σηκώσει, αν στέλνανε να τη μαζέψουνε, θ’ ανέβαζα άλλη κι άλλη μέχρι να τα παρατήσουνε, γιατί δεν το χωρούσε ο νους μου να μην ανάβει φανερά ένα καντηλάκι για τις ψυχές τους

— όταν με καλέσει ο θεός κοντά του, θα ’χω το μέτωπό μου καθαρό εγώ, όσο μπορώ είμαι καλός άνθρωπος, τις στραβές μου τις έχω κάνει, αμαρτίες στην πλάτη μου μπόλικες, και πώς αλλιώς, μα αυτό το άδικο δεν το άφησα, θα μπορώ τουλάχιστον να του πω ότι αυτό το άδικο δεν το άφησα.

Και δεν τη σήκωσε κανείς την πέτρα.  Πρωί πήγαινα, κάθε πρωί, φανερά, και σκάλισα το σταυρό, και χάραξα το Λειβαδίτη, να αγαλλιάσουνε, επιτέλους, οι ψυχές τους, πελέκησα και ξύλο κι έφτιαξα ένα σταυρό δυο μέτρα κι έβαλα δίπλα, να μπορούνε οι γυναίκες να θυμιάσουνε, επιτέλους, σαν άνθρωποι, για την ανθρωπιά τους σκοτωθήκανε οι εννιά, για την ανθρωπιά τους, δεν άντεχα και στο θάνατό τους ακόμα να μη θέλουνε να τους την αναγνωρίσουνε αυτή την αξιοπρέπεια, αυτήν την ανθρωπιά.  Με αξίωσε ο θεός, αυτό να μπορέσω να το κάνω, και είπα όσο ζω θα του σκαλίζω βρύσες, το έχω πει και στο δήμο, όπου έχει νερό θα φτιάχνω μια βρύση να σταματά ο κόσμος και να πίνει, κι αυτό το μέρος εδώ το ’φτιαξα και το φτιάχνω να μπορεί ο άλλος να καθίσει και να πει, είναι ωραίο μέρος ο κόσμος, είναι ωραίο μέρος, κι ας χάσαμε, και μια ζωή να χάνουμε, μια ζωή θα προσπαθούμε να ξανασηκωθούμε, τι άλλο να κάνουμε;

Βασισμένο σε μια ιστορία του Β.Μ. | Το κείμενο είναι απόσπασμα ενός από τα works in progress | Στις φωτογραφίες της αρχής του ποστ: Antigonick, η μετάφραση-παράφραση της Αντιγόνης του Σοφοκλή από την Αν Κάρσον σε εικονογράφηση της Μπιάνκα Στόουν | Ακούστε ολόκληρο το αφιέρωμα στα σαράντα χρόνια καριέρας του Τομ Γουέιτς εδώ

DSC04997

[The Tom Waits Sessions]

Χανγκόβερ

the-future-is-unwritten

Ιδού τι άλλο συμβαίνει: οι δεκαετίες του ’80 και ’90 μας φαίνονται ακόμα κοντινές. Όταν συνειδητοποιούμε ότι παιδιά του ’90 είναι ήδη ενήλικες, αλληλοκοιταζόμαστε έκπληκτοι, δύσπιστοι. Αυτή που μας φαίνεται μακρινή είναι η δεκαετία των μηδενικών που έφυγε και πήγε πριν καν σιγουρευτούμε για το πώς ακριβώς λεγόταν· μας φαίνεται πιο μακρινή και πιο απίθανη απ’ όλες, ένα βιβλίο που διαβάσαμε μικροί κι ελάχιστα το θυμόμαστε, ίσως μάλιστα πολλά από αυτά που θυμόμαστε ότι διαβάσαμε στις σελίδες του να ήταν γραμμένα σε άλλα βιβλία και τα έχουμε μπλέξει. Ίσως η δεκαετία να ήταν ένα συλλογικό όνειρο θρεμμένο από ένα τελευταίο οργιώδες πάρτι για τη συντέλεια την τελευταία μέρα του 1999. Ήμασταν όλοι πολύ πιωμένοι για να θυμόμαστε το πάρτι, θυμόμαστε μόνο τα όνειρα που έθρεψε, ξαφνικά ξύπνιοι από το 1999 κατευθείαν στο 2010 και με άσχημο χανγκόβερ.

Αφετηρία – τέρμα – αφετηρία

Αυτές τις μέρες, το σώμα του ένα S για να βολευτεί κάπως μεταξύ του αγκώνα της διπλανής, της τσάντας της μπροστινής, των καφασιών του από πίσω και της αγνώστων λοιπών στοιχείων χερούκλας που αρπάζει τη χειρολαβή πάνω απ’ το κεφάλι του στα τιγκαρισμένα τρόλεϊ, θυμάται ένα διήγημα της Ελένης Βοΐσκου, το «Αφετηρία – τέρμα – αφετηρία» (από τη συλλογή «Μικρά και μεγάλα συμβάντα» του 1963, σήμερα διαθέσιμη –και αν– στα παλαιοβιβλιοπωλεία, υποθέτει, γι’ αυτόν απλώς μέρος της σοσιαλιστικής βιβλιοθήκης του κυρίου Πατέρα), ένα διήγημα γι’ ανθρώπους στριμωγμένους στα μέσα μεταφοράς που όταν το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε μικρός νόμιζε ότι μιλούσε για μια πόλη πεθαμένη από καιρό, μια πόλη που ήταν αδύνατο να ξαναϋπάρξει. Χρόνια μετά, αν τον ρωτούσες, θα σου έλεγε ότι δεν μπορούσε να τοποθετήσει την ιστορία στον χάρτη, ότι στα διηγήματα αυτά δεν προσδιοριζόταν η χώρα, πάντως με την χώρα του δεν έμοιαζε, όχι με την σημερινή εκδοχή της, τουλάχιστον· εξάλλου, όσων ηρώων τα ονόματα δίνονταν, ήταν ξενικά.

Σήμερα, επιστρέφοντας στο σπίτι του κυρίου Πατέρα, ξαναπιάνει το βιβλίο, έτσι, να δει αν το θυμάται σωστά, και ξεφυλλίζοντας διαπιστώνει πως η μνήμη του τόσα χρόνια το ξανάγραφε όπως ήθελε, μια κι ήταν ασύμφωνο με την φαντασίωσή του της χώρας – τα περισσότερα ονόματα καθόλου ξένα δεν είναι, οι περισσότερες ιστορίες εδώ, σ’ αυτή τη χώρα που τον περικυκλώνει μοιάζουνε ριζωμένες, ούτε καν στην χθεσινή ή προχθεσινή εκδοχή της: στη σημερινή. Παγιδεύτηκα σ’ αυτό που κορόιδευα για ταξικό μελό, σκέφτεται, κι επιστρέφει το βιβλίο στο ράφι.

(Από τις βόλτες  ενός ανολοκλήρωτου ήρωα, του Στέλιου, στην απεργιακή Αθήνα. Μια άλλη βόλτα του θα μπορέσετε να διαβάσετε σύντομα εδώ.)