Ο Ντέιβιντ Μίτσελ στο Βήμα

[Συνέντευξη του Ντέιβιντ Μίτσελ στον Γρηγόρη Μπέκο. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα, στο φύλλο της 30/11/2014]

Ντέιβιντ Μίτσελ: Η στραπατσάδα της Ανάφης και το πείραμα του μυθιστορήματος

Ο βρετανός συγγραφέας, με την παγκόσμια αναγνώριση, μιλάει αποκλειστικά στο «Βήμα» για τα βιβλία του, τη θετή του πατρίδα Ιρλανδία, τον αυτισμό του γιου του και την εμπειρία του από τα νησιά του Αιγαίου

Οι Ιάπωνες αποκαλούν την πατρίδα τους «Χώρα των χιλίων φθινοπώρων». Μια ιαπωνική παροιμία μάλιστα λέει «μια μέρα, χίλια φθινόπωρα» για να υποδηλώσει ακριβώς ότι ο χρόνος είναι σχετικός – σ’ αυτόν, δηλαδή, που περιμένει εναγωνίως κάτι μια μέρα μοιάζει με αιωνιότητα. Εμείς, βέβαια, δεν περιμέναμε καθόλου στο ακουστικό μας γιατί ο Ντέιβιντ Μίτσελ ήταν συνεπής στην προγραμματισμένη τηλεφωνική συνομιλία του με «Το Βήμα».

Ο 45χρονος βρετανός συγγραφέας –βρίσκεται αναμφίβολα στην αιχμή της παγκόσμιας πεζογραφίας σήμερα, ξεχωριστός μεταξύ των ομοτέχνων της γενιάς του, ένας προικισμένος λογοτέχνης, ένας αυθεντικός storyteller που προκάλεσε αίσθηση το 2004 με το εντυπωσιακό, τρίτο μυθιστόρημά του «Ο άτλας του ουρανού», το οποίο έγινε και ταινία από τους αδελφούς Γουατσόφσκι το 2012– σήκωσε αμέσως το ακουστικό από το σπίτι του στο πανέμορφο Κλονακίλτι, μια μικρή πόλη στη νοτιοδυτική ακτή της Ιρλανδίας, όπου ζει με τη γιαπωνέζα σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους.

«Εβρεχε σήμερα το πρωί και καθώς μιλάμε ο ήλιος που σκαρφαλώνει τον λόφο, ακριβώς πάνω από τη θάλασσα, ρίχνει τις ακτίνες του στις κερασιές που αργούν να ρίξουν τα φύλλα τους» περιέγραψε ο ίδιος το ποιητικό παιχνίδισμα που έβλεπε στο τοπίο. «Τις προηγούμενες δεκαετίες η Ιρλανδία έμοιαζε με θεοκρατικό καθεστώς, η Καθολική Εκκλησία τής έπινε το αίμα, ρουφούσε την ίδια την ψυχή της χώρας. Τα πράγματα ωστόσο έχουν αλλάξει. Σήμερα, ας πούμε, μπορείς να αγοράσεις ευκολότερα ένα προφυλακτικό» αστειεύτηκε ο συγγραφέας.

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον «αν υπάρχει έστω κάποια μικρή βελτίωση» στην Ελλάδα της κρίσης. Στη συνέχεια αναφέρθηκε και στο νέο του μυθιστόρημα «Bone Clocks» (τα «Κοκάλινα ρολόγια» του τίτλου είναι, ασφαλώς, οι άνθρωποι) που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Μίλησε όμως ευρύτερα για το έργο του με ενθουσιασμό και απλότητα. Ολα αυτά, πάντως, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση στην ελληνική γλώσσα του πέμπτου κατά σειρά μυθιστορήματός του «Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ» (2010) από τις εκδόσεις Τόπος, σε εξαιρετική μετάφραση της συγγραφέως Μαρίας Ξυλούρη – μια εργασία κοπιαστική, κάτι που εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς διαβάζοντας το πρωτότυπο κείμενο.

Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με όλες τις αρετές της ρεαλιστικής παράδοσης, στο οποίο η αφήγηση εκτείνεται από τα τέλη του 18ου αιώνα έως τις αρχές του 19ου και όπου διασταυρώνονται δύο αυτοκρατορίες που βρίσκονται σε πτώση: η εξωστρεφής θαλασσοκράτειρα Ολλανδία και η εσωστρεφής φεουδαρχική Ιαπωνία κατά το «σάκοκου», την περίοδο του απομονωτισμού της, δηλαδή, που κράτησε δύο και πλέον αιώνες.

Οι ολλανδοί έμποροι, μολονότι κατόρθωσαν να μη διακόψουν τις οικονομικές συναλλαγές τους με τους Ιάπωνες, οι οποίοι φοβούνταν τον προσηλυτισμό στον χριστιανισμό, ήταν τότε περιορισμένοι στα λίγα τετραγωνικά της Ντετζίμα, ενός τεχνητού νησιού –«όχι μεγαλύτερο από την πλατεία Τραφάλγκαρ στο Λονδίνο»– κοντά στο Ναγκασάκι, το οποίο ενωνόταν και επικοινωνούσε με την υπόλοιπη «αποκλεισμένη» ενδοχώρα μέσω μιας γέφυρας.

Ο πρωταγωνιστής του Ντέιβιντ Μίτσελ στο βιβλίο –για πρώτη φορά ο εκ πεποιθήσεως πειραματιστής συγγραφέας επιλέγει εδώ την τριτοπρόσωπη και γραμμική αφήγηση– καταφθάνει στην Ντετζίμα με αποστολή να καθαρίσει τη διαφθορά, πλην όμως εμπλέκεται και σε ένα ερωτικό ειδύλλιο με την Αϊμπαγκάβα Ορίτο, μια λόγια και γοητευτική γυναίκα που στέκεται πάνω από τον καιρό της.

Ο Γιάκομπ ντε Ζουτ, ο νεοφερμένος υπάλληλος εν προκειμένω, είναι εμπνευσμένος ως έναν βαθμό από τον Ολλανδό Χέντρικ Ντουφ, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος Δυτικός που έγραψε χαϊκού. Ο ίδιος παρέμεινε στην Ντετζίμα από το 1799 ως το 1817 ως διοικητής του εμπορικού της πρακτορείου που υπαγόταν στην Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών και λόγω της μακροχρόνιας παρουσίας του εκεί συνέταξε και το πρώτο ολλανδοϊαπωνικό λεξικό.

«Και εγώ έπρεπε να “μεταφράσω” πράγματα ώστε να επιτύχω μια “στρωτή” αγγλική γλώσσα για το μυθιστόρημα. Θυμάμαι, όταν άρχισα να γράφω τα “Κοκάλινα ρολόγια”, ένιωθα κάπως απελευθερωμένος που έγραφα και πάλι στη “δική μου” γλώσσα. “Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ” είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που σημαίνει ότι έπρεπε να επινοήσω την ιστορική διάλεκτο για τους χαρακτήρες μου. Έκανα ένα λάθος στην αρχή. Σκέφτηκα να αναπλάσω εντελώς την αγγλική γλώσσα του 18ου αιώνα για να γράψω το βιβλίο. Αφιέρωσα έναν ολόκληρο χρόνο διαβάζοντας μυθιστορήματα εκείνης της περιόδου (Φίλντινγκ, Ρίτσαρντσον, Ντεφόε κ.ά.), διάφορα απομνημονεύματα και ημερολόγια. Επιχείρησα ύστερα να γράψω σε μια αρχαΐζουσα, ας πούμε, γλώσσα αλλά δεν μπορούσα, σας λέω, καν να διαβάσω το κείμενο! Ήταν σαν το “Black Adder” (σ.σ.: η βρετανική κωμική σειρά “Μαύρη Οχιά”), ήταν σαν να ξεπήδησαν από κάπου οι Μόντι Πάιθον (σ.σ.: η θρυλική εξαμελής παρέα των βρετανών κωμικών). Ήταν αδύνατον να διαβάσω τη γλώσσα επειδή ακριβώς ήταν αρκετά ακριβής. Έπρεπε, επομένως, να γράψω στη γλώσσα που οι άνθρωποι φαντάζονται σήμερα ότι μιλούσαμε τότε, όχι όμως στη γλώσσα που πράγματι μιλούσαμε τότε.

Επρεπε να συντονίσω το (συν)αίσθημα της αλλοτινής γλώσσας με το μάτι του σύγχρονου αναγνώστη. Κάθε πρόταση ήταν για μένα μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη “γνησιότητα” και στην “(ευ)αναγνωσιμότητα”. Η διαδικασία της γραφής ήταν απαιτητική, αλλά το διασκέδασα – άλλωστε όταν η πρόκληση είναι σκληρή, η νίκη είναι πιο γλυκιά».

«Ηταν πολύ γόνιμο όλο αυτό για τη σχέση μου με την αγγλική γλώσσα και κυρίως διεύρυνε τις γνώσεις μου για την ίδια την ετυμολογία – την ξέρετε αυτή τη λέξη;» μας ρώτησε τότε ο Ντέιβιντ Μίτσελ. «Φυσικά» του απαντήσαμε «είναι ελληνική η λέξη» και το ακουστικό μας πλημμύρισε από το γέλιο του – «συνήθως πρέπει να εξηγώ τι σημαίνει η λέξη, προς στιγμήν ξέχασα την εθνικότητά σας».

Αυτό το μυθιστόρημα, ωστόσο, άρχισε να σχηματίζεται μέσα του προτού ακόμη εκδώσει το 1999 το πρώτο του βιβλίο που εκτυλίσσεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην Ανατολική Ασία. «Το 1994 πήγα να ζήσω στην Ιαπωνία και συγκεκριμένα στη Χιροσίμα, όπου δούλεψα ως δάσκαλος της αγγλικής γλώσσας. Ήμουν τότε πολύ νέος και πολύ φτωχός. Αποφάσισα όμως να κάνω ένα φθηνό ταξίδι την περίοδο των χειμερινών διακοπών. Η παλιά έκδοση ενός ταξιδιωτικού οδηγού που είχα έγραφε ότι στην Τσάιναταουν του Ναγκασάκι υπήρχαν μαγαζιά όπου μπορούσα να πληρώσω μια φορά και να φάω όσο ήθελα. Έκανα όμως λάθος και, αντί να κατέβω εκεί που έπρεπε, κατέβηκα κοντά στην Ντετζίμα και, καθώς αναζητούσα τα ταπεινά εστιατόρια, έπεσα πάνω σε εκείνο το απίστευτης ομορφιάς μέρος. Εννοείται ότι ξέχασα την πείνα μου. Ο “ανιχνευτής μυθιστορημάτων” μέσα μου άρχισε τότε να χτυπάει δυνατά! Είπα στον εαυτό του ότι κάποια μέρα θα έγραφα για την Ντετζίμα. Έγινε, βέβαια, μετά από αρκετά βιβλία και όταν είχα πλέον περισσότερες πηγές στα χέρια μου» είπε ο Ντέιβιντ Μίτσελ.

Στην Ιαπωνία, όπου συνάντησε τη μετέπειτα σύζυγό του και όπου γεννήθηκε η κόρη του, έκανε δύο βασικές διαπιστώσεις για τη ζωή και τη λογοτεχνία. Σύμφωνα με την πρώτη, «αν περάσει η φτώχεια κάποια στιγμή από τη ζωή ενός ανθρώπου, αυτό κάνει καλό στην ψυχή του, όπως επίσης και το να ζήσει κάποια στιγμή ένας άνθρωπος ως ξένος, μακριά από την πατρίδα αλλά και τη μητρική του γλώσσα».

Σύμφωνα δε με τη δεύτερη, «το ταλέντο δεν αρκεί, σε ό,τι κι αν κάνεις χρειάζεται πειθαρχία». Ο Ντέιβιντ Μίτσελ γράφει μυθιστορήματα, όπως εξήγησε, για να διερευνήσει «το ανθρώπινο αίσθημα μέσω των χαρακτήρων και την ανθρώπινη συνθήκη μέσω της πλοκής». Συνθήκη εξαιρετικά σύνθετη, αν φέρει κανείς στον νου του τη δομή των βιβλίων του. Αυτή είναι όμως η βαθύτερη σχέση του συγγραφέα με το έργο του και τον κόσμο.

«Η ανθρώπινη συνθήκη μοιάζει με έναν μεγάλο περιοδικό πίνακα που αποτελείται από υπαρξιακά στοιχεία. Πάνω σε αυτόν πειραματίζομαι, σαν επιστήμονας κι εγώ, και τα πειράματα αυτά είναι τα μυθιστορήματα που γράφω» σημείωσε χαρακτηριστικά.

Τόνισε ότι κάθε βιβλίο που εκδίδει είναι «ένα αυτόνομο κεφάλαιο» του «υπερμυθιστορήματός» του, το οποίο τοποθετείται σε έναν κόσμο «όπου οι ήρωες μπορούν να μεταπηδούν από το ένα βιβλίο στο άλλο», όπως συμβαίνει στα δύο τελευταία μυθιστορήματά του λ.χ. με τον εκκεντρικό γιατρό Μαρίνους.

«Το μυθιστόρημα είναι, νομίζω, η ύψιστη καλλιτεχνική μορφή της αβεβαιότητας και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έχει τις ιστορικές του ρίζες στην εποχή του Διαφωτισμού. Το μυθιστόρημα ενσταλάζει το καλό μέσα στο κακό και αντιστρόφως το κακό μέσα στο καλό. Το καλό και το κακό όμως ενυπάρχουν και συνυπάρχουν μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά».

Τον γοητεύει «το παράδοξο του χρόνου» και λατρεύει τις «διαφορετικές ταχύτητες» που αυτός αναπτύσσει. Στο πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά του μαίνεται ένας μεταφυσικός πόλεμος που υποδαυλίζεται από τη βεβαιότητα του θανάτου και το κυνήγι της αθανασίας. Κυριαρχεί μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο απέθαντους αντιπάλους: ανάμεσα στα «καλά παιδιά», τους «Ωρολόγους» (Horologists), οι οποίοι «μετακομίζουν» από σώμα σε σώμα, και στα «κακά παιδιά», τους «Αναχωρητές» (Anchorites), οι οποίοι «τρέφονται» με παιδικές ψυχές.

«Στο κέντρο των “Κοκάλινων ρολογιών” βρίσκεται η μορφή του Φάουστ» που, ως γνωστόν, πούλησε την ψυχή του στον Μεφιστοφελή για τα νιάτα και την ομορφιά. «Εσείς θα το κάνατε;» μας ρώτησε ο Ντέιβιντ Μίτσελ.

«Μου αρέσει να σκέπτομαι ότι θα έλεγα “όχι”, αποδεχόμενος ότι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Μπορεί όμως και να έλεγα “αφήστε με να το σκεφθώ το Σαββατοκύριακο και ελάτε από Δευτέρα να τα ξαναπούμε”» αυτοσαρκάστηκε ο ίδιος.

«Ήμουν 18 χρόνων όταν πήγα στη Σίφνο»

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ, πατέρας ενός αυτιστικού αγοριού, υπογράφει και την εισαγωγή στο «Γιατί χοροπηδώ – Ενα αγόρι σπάει τη σιωπή του αυτισμού» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το βιβλίο έγραψε ο Ναόκι Χιγκασίντα όταν ήταν 13 ετών.

«Είναι μοναδικό και ελπίζω να διαβαστεί ευρέως και στην Ελλάδα. Είναι μια μαρτυρία για τον αυτισμό “από τα μέσα” που ανατρέπει όλα τα κυρίαρχα στερεότυπα. Οι άνθρωποι με αυτισμό μπορούν να “νιώσουν” τους άλλους, το μυαλό τους διαθέτει όση περιέργεια, εξυπνάδα και πολυπλοκότητα διαθέτει και το μυαλό οποιουδήποτε άλλου. Πολλοί συγχέουν τα συμπτώματα με τα αποτελέσματα του αυτισμού. Το βιβλίο με βοήθησε να καταλάβω γιατί ο τρίχρονος γιος μου χτυπούσε το κεφάλι του στο πάτωμα και στη συνέχεια να βελτιώσω τη σχέση μου μαζί του, με βοήθησε να γίνω πιο υπομονετικός, επικοινωνιακός και χρήσιμος γονιός» υπογράμμισε o συγγραφέας.

Την Ελλάδα την έχει επισκεφθεί κατά το παρελθόν και μοιράστηκε με «Το Βήμα» την εμπειρία του από τα νησιά του Αιγαίου. «Ήμουν 18 χρόνων όταν πήγα στη Σίφνο να βρω την κοπέλα μου που συνόδευε μια ομάδα πλούσιων Αμερικανών. Ύστερα πήγα στη Σαντορίνη και μετά στην Ανάφη. Έφθασα βράδυ στο μικρό νησί, με λίγα λεφτά και μπόλικη αφέλεια. Δεν είχα πού να μείνω. Κοιμήθηκα στην πόρτα μιας εκκλησίας στη Χώρα. Ο φάρος αναβόσβηνε και μου κρατούσε συντροφιά. Οταν πια ξημέρωσε βρήκα δίπλα μου ένα φασκιωμένο κομμάτι ζεστό ψωμί. Δεν έμαθα ποιος το έκανε, ήταν όμως σαν να το άφησε ένας άγγελος» είπε ο Ντέιβιντ Μίτσελ, που θυμάται ακόμη εκείνη τη στραπατσάδα που έφαγε εκεί από τα χέρια μιας γερόντισσας, ακόμη θυμάται «το χρυσό δόντι που άστραφτε μέσα στο χαμογελαστό της στόμα».